Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

H ματωμένη Πρωτομαγιά του «ανίκητου»

Το ΠΟΝΤΙΚΙ πριν μερικά χρόνια έγραψε:

H ματωμένη Πρωτομαγιά του «ανίκητου»

Αυτή την Πρωτομαγιά συμπληρώνονται 30 χρόνια από τον ξαφνικό χαμό του ήρωα της δημοκρατίας Αλέκου Παναγούλη. Ενός ανθρώπου που αγωνίστηκε για τον λαό, αλλά είχε μια περίεργη σχέση με τα πλήθη. Χωρίς να έχει πολιτική στήριξη πίσω του ξεκίνησε αντιδικτατορικό αγώνα μόνος του, στην πορεία τον πίστεψαν ελάχιστοι και ακόμα λιγότεροι τον βοήθησαν, στη μεταπολίτευση πολλοί τον θαύμασαν, αλλά ελάχιστοι τον ψήφισαν, και, ενώ με την κηδεία του κατάφερε να βγάλει εκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους, σήμερα βρίσκεται στο ίδιο στάδιο που ήταν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας: τον έχουν όλοι ξεχάσει.
Ξημερώματα Σαββάτου Πρωτομαγιάς του 1976 και το αυτοκίνητο του βουλευτή Αλέξανδρου Παναγούλη τρέχει με μεγάλη ταχύτητα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης κατευθυνόμενο προς τη Γλυφάδα, ενώ δίπλα του ένα ή δύο αυτοκίνητα μοιάζουν σαν να κάνουν κόντρα μαζί του.
Κάποια δευτερόλεπτα αργότερα ακούγεται ένας μεγάλος κρότος και ένα σύννεφο καπνού και σκόνης απλώνεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Οι πρώτοι περαστικοί που πλησιάζουν στο ατύχημα για να βοηθήσουν βρίσκουν τον Αλέκο Παναγούλη ετοιμοθάνατο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Έφυγε μέσα στα χέρια τους βγάζοντας μόνο τρία «αχ».
Από την επόμενη ημέρα η φράση «πολιτική δολοφονία» είναι σε όλα τα στόματα και όλα, το πρώτο διάστημα, συνέτειναν σε αυτό. Από τη μία, ο κατά πολλούς «μοναδικός αντιστασιακός» που είχε ή φίλους ή εχθρούς, αλλά σίγουρα δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο, και από την άλλη, το έντονα πολιτικοποιημένο κλίμα της εποχής, μαζί με τη μισή «αποχουντοποίηση» και τα «σταγονίδια».
Η δημοσίευση των αρχείων της ΕΣΑ που ο ίδιος είχε αποκαλύψει και η γρήγορη απαγόρευσή τους δημιουργούν ένα κλίμα σύγκρουσης μεταξύ του Παναγούλη και του τότε υπουργού Εθνικής Άμυνας Ευάγγελου Αβέρωφ. Ο Παναγούλης μάλιστα είχε ζητήσει συνάντηση με τον Καραμανλή για να τον ενημερώσει για το θέμα των αρχείων, μια και καταλάβαινε ότι αυτά τα χαρτιά που είχε στα χέρια του θα του δημιουργούσαν πολλά προβλήματα.
Αλλά και ο εισαγγελέας της υπόθεσης Δημήτρης Τσεβάς μιλούσε στην αρχή για εγκληματική ενέργεια: «Ερευνάται η υπόθεσις προς πάσα κατεύθυνσιν και αφήνει μεγάλα λογικά περιθώρια στην πιθανότητα της εγκληματικής ενέργειας. Είναι περίεργο τροχαίο ατύχημα. Τόσο περίεργο, ώστε να μην μπορεί κανείς να υποστηρίξει λογικώς ότι είναι ατύχημα». Όλοι ψάχνουν τα άγνωστα «Πεζώ» «Φορντ» «Αλφα Ρομέο» ή «Τζάγκουαρ» που τον έβγαλαν από την πορεία του, ενώ κάποιοι μιλάνε για σφαίρα με αναισθητικό που τον ακινητοποίησε.ceb1cf80-1ceb3-cebcceb1ceb7cf82
Τη σύγχυση επιτείνει η εμφάνιση του Μιχάλη Στέφα στις 3 Μαΐου, ο οποίος ισχυρίζεται πως προκάλεσε χωρίς δόλο το ατύχημα με ένα ξαφνικό φρενάρισμά του, το οποίο λόγω μεγάλης ταχύτητας ο Παναγούλης δεν μπόρεσε να αποφύγει. Η παρουσία του αυτόκλητου Στέφα, που παρουσιάζεται από τις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες σαν μέλος του «Ρήγα Φεραίου», αλλά και η δυσκολία να τεκμηριώσει τα λεγόμενά του στην αναπαράσταση που γίνεται, πείθει μόνο αυτούς που είναι έτοιμοι να πειστούν και πεισμώνει αυτούς που δεν θέλουν να δεχτούν τη θεωρία του ατυχήματος.
Τα ερωτήματα πολλά: Γιατί ο Παναγούλης, ενώ βρισκόταν ήδη στο Παλαιό Φάληρο και μπορούσε να κατευθυνθεί στο σπίτι του στη Γλυφάδα από την παραλιακή, θέλησε να κάνει έναν τεράστιο κύκλο πηγαίνοντας από τη Λεωφόρο Συγγρού και μετά από τη Βουλιαγμένης; Τα αμάξια που τον οδήγησαν στην πορεία θανάτου ήταν δύο ή τρία και αληθεύει ότι υπήρχε λογομαχία μεταξύ των οδηγών; Όλοι έχουν από ένα δικό τους ερώτημα, ένα δικό τους σενάριο.
Η κηδεία γίνεται στις 5 Μαΐου και μεταβάλλεται σε πάνδημο δημοκρατικό συλλαλητήριο με συνθήματα κατά του Αβέρωφ, ενώ ακούγεται συνέχεια μια κραυγή που θα κοσμούσε τους τοίχους της πόλης για πολλά χρόνια: ZEI. Σε αυτή την παλλαϊκή διακομματική συγκέντρωση – κηδεία δεν παρίστανται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο πρωθυπουργός Καραμανλής, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις δεν στέλνουν επίσημο εκπρόσωπο.
Όλοι οι άλλοι όμως είναι εκεί. Όλα τα κόμματα, αλλά κυρίως εκατοντάδες χιλιάδες λαού, που ίσως προσπαθούν να παραφράσουν έναν στίχο του Παναγούλη: «Δεν σε κατάλαβα λαέ (Θεέ). Για πες μου πάλι! Να σε ευχαριστήσω ζητάς ή να σε συγχωρέσω;». Κορυφαία στο πλήθος, η μορφή της ηρωικής μητέρας τού «Ανίκητου» Αθηνά, που έχει ζητήσει να μη σταυρώσουν τα χέρια του παιδιού της μέσα στο γυάλινο φέρετρο, γιατί αυτά τα χέρια ήταν πολλά χρόνια ενωμένα με τις χειροπέδες…ceb1cf80-1ceb2-cebcceb1ceb7cf82
Λίγο διάστημα μετά, ένας παρακρατικός με το όνομα Γεώργιος Λεονάρδος είχε μιλήσει για κάποια οργάνωση «Αράχνη» που δολοφόνησε τον Παναγούλη, αλλά στη δίκη που έγινε κατέπεσαν όλοι οι ισχυρισμοί του και καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμηση. Υπήρξε δικαστική καταδίκη για τον θάνατο του Παναγούλη, μόνο που αυτή δεν ήταν για δολοφονία, αλλά για αυτοκινητικό δυστύχημα. Ο Στέφας καταδικάστηκε σε φυλάκιση 11 μηνών και η ποινή εξαγοράστηκε προς 150 δρχ. την ημέρα. Η οικογένεια Παναγούλη δεν ήταν εκεί για να ακούσει την ποινή και μίλησε για παρωδία.
Ο ρόλος των ΜΜΕ
Για τα μέσα ενημέρωσης της εποχής, ο θάνατος του Παναγούλη ήταν η σημαντικότερη είδηση μετά την επάνοδο της δημοκρατίας. Τις πρώτες ημέρες που δεν υπήρχαν εφημερίδες λόγω της αργίας της Πρωτομαγιάς και της Κυριακής, η αποκλειστική πηγή πληροφόρησης ήταν τα κρατικά μέσα, που, όπως ήταν φυσικό, αντιμετώπισαν με τρόμο την πανελλήνια βεβαιότητα της δολοφονίας και ακολούθησαν πλήρως την κυβερνητική γραμμή που από την πρώτη στιγμή μιλούσε για ατύχημα.
Για να δώσει βαρύτητα στην κυβερνητική άποψη, η τηλεόραση ανέφερε ότι «(…) στην εξέταση αίματος που του έγινε αμέσως μετά το ατύχημα ανευρέθησαν 57,5 χιλιοστά του γραμμαρίου οινόπνευμα κατά μίλι λίτρου του αίματος…». Για τον πολύ κόσμο που δεν είχε άλλη ενημέρωση και για τους περισσότερους που δεν ήξεραν ότι αυτό το ποσοστό ήταν μέσα στα φυσιολογικά όρια οινοπνεύματος, τους έμενε η βεβαιότητα πως ήταν ένα ατύχημα που προκλήθηκε από την υπερβολική ταχύτητα του Παναγούλη που είχε πιει.
Το κλίμα άλλαξε άρδην από τη Δευτέρα 3 Μαΐου που κυκλοφόρησαν οι εφημερίδες και παρουσιάστηκαν όλες οι απόψεις, που στην ουσία ήταν οι εξής δύο: δολοφονία ή ατύχημα. «Τα Νέα»: «Τον σκότωσαν για να μην κάνει αποκαλύψεις. Χτυπήθηκε από σφαίρα δηλητηρίου;». Βραδυνή: «άπλετο φως στον θάνατο του Παναγούλη. Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν σε κλασικό τροχαίο ατύχημα». Είναι αξιοπερίεργο, αλλά η μόνη εφημερίδα που δεν είχε κύριο θέμα τον θάνατο του Παναγούλη ήταν ο «Ριζοσπάστης».
Αντίστοιχη δημοσιότητα δόθηκε και στα έντυπα του εξωτερικού, μόνο που εκεί η βεβαιότητα για δολοφονία ήταν φανερή: «Ντέιλι Εξπρές»: «Δολοφόνοι κλείνουν το στόμα του Έλληνα μάρτυρα των βασανιστηρίων». «Τάιμ»: «Οι Έλληνες γνωρίζουν πολλά για ήρωες και μύθους, ώστε να μην πιστεύουν σε ατυχήματα».
Ακόμα και 15 ημέρες μετά τον θάνατό του, ο σάλος όχι μόνο δεν είχε κοπάσει αλλά τα σενάρια, οι υποθέσεις και οι αμφιβολίες περί σκευωρίας και συγκάλυψης συνεχίζονταν αμείωτα, σε σημείο που ο τότε υφυπουργός Προεδρίας Παναγιώτης Λαμπρίας έστειλε επιστολή στην Ένωση Ιδιοκτητών και την ΕΣΗΕΑ με την οποία ζητούσε να «(…) παύσει η διαστρέβλωση των γεγονότων γύρω από τον θάνατο του Αλέκου Παναγούλη», ενώ έκανε λόγο για τεχνητή πρόκληση ανησυχιών που θα μπορούσε να προκαλέσει κινδύνους και για την ίδια τη δημοκρατία.
Ποιος να το περίμενε πως ο αγωνιστής της δημοκρατίας θα ήταν υπαίτιος με τον θάνατό του στο να κινδυνεύσει η… δημοκρατία. Η επιστολή αυτή ξεσήκωσε νέο κύμα αντίδρασης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση, τα οποία μίλησαν για απόπειρα φίμωσης του Τύπου και προληπτική λογοκρισία.
Αντιπροσωπευτική του κλίματος της εποχής είναι η επιστολή που είχε στείλει στον Καραμανλή ο δημοσιογράφος Β. Βασιλείου: «Με στενοχωρεί πολύ που, εκτός από έναν ασφαλιστή αυτοκινήτων, δεν συνάντησα κανέναν άλλον που να αποκλείει την εκδοχή της δολοφονίας στον θάνατο του Παναγούλη. Νομίζω ότι θα ήταν καλό να μας προβληματίσει ότι σε τέτοιες στιγμές μόνο ένας δημοσιογράφος βρίσκεται για να υποστηρίξει επωνύμως τις θέσεις μιας Κυβερνήσεως στηριζόμενης στο 54,5%».
Στις επετείους του θανάτου του Αλέκου Παναγούλη συνηθίζεται να ακούγεται το σύνθημα «Ζει», προφανώς διότι πολλοί θυμούνται την εφηβεία τους. Δυστυχώς, τριάντα χρόνια μετά, στη σημερινή απολιτική εποχή, όπου η ιδιώτευση, το προσωπικό μικροσυμφέρον και τα κάθε λογής σκουπίδια γεμίζουν τις καθημερινές ασχολίες μας, θα λέγαμε ότι ο Παναγούλης δεν ζει στις καρδιές μας ενθυμούμενοι κάποιον στίχο του Γιάννη Ρίτσου: «Κατεβάσανε τις σημαίες, μπήκαν στα σπίτια τους, μετράνε τα λεφτά τους».
«Ψυχή φυλακισμένη στο κορμί
Κορμί φυλακισμένο στη ζωή
Ζωή φυλακισμένη μες στο Χρόνο
Πνεύμα που από όποια φυλακή κι αν βγει
σε φυλακή πάλι θα πέσει
Κι είναι μονάχα το κορμί
που αγάπησε τη φυλακή του
Πώς να μην έρθει ο θάνατος λοιπόν;»

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Game of Elections-To Παιχνίδι των Εκλογών vol.2





(Τις ιδέες για τις φώτο τις τσίμπησα από τους Σπύρο,Λάμπρο και Έλλη)

Απαγορεύεται κάθε αναδημοσίευση/τροποποίηση του υλικού του ιστολογίου από κερδοσκοπικά sites..
Αν είστε απλώς χρήστης/τρια social media μπορείτε να την πάρετε πάντα με αναφορά στη πηγή.

Tο πρώτο μέρος θα το βρείτε εδώ.

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Η ιστορία της εργατικής Πρωτομαγιάς, Σικάγο 1886

Στο Σικάγο, την πρωτοβουλία για την καθιέρωση του οκτάωρου την ανέλαβε ο Σύνδεσμος για την Καθιέρωση του Οκτάωρου, στον οποίο συμμετείχαν η Συνασπισμένη Συνέλευση, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και οι Ιππότες της Εργασίας – παρόλο που το Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο συνεργάστηκε ενεργητικά. Την τελευταία Κυριακή πριν από την Πρωτομαγιά οργανώθηκε μια τεράστια διαδήλωση για το οκτάωρο στην οποία πήραν μέρος 25.000 άτομα και μίλησαν οι Πάρσονς, Σπάιζ, Φήλντεν και Στσουώμπ. Όταν έφτασε η μέρα του αγώνα, τα περισσότερα μέλη της κίνησης για την καθιέρωση του οκτάωρου υποστήριξαν τα συνθήματα του Κεντρικού Εργατικού Συνδικάτου και της Διεθνούς.
Η ΜΠΟΜΠΑ ΠΕΦΤΕΙ
Η απεργία ξεκίνησε στο Σικάγο με φοβερή ορμητικότητα και με τεράστιες ελπίδες επιτυχίας. Γύρω στους 40.000 εργάτες κατέβηκαν σε απεργία την 1η Μαΐου όπως είχε κανονιστεί, και τελικά έφτασαν να απεργούν 65.000 εργάτες μέσα σε τρεις ή τέσσερις μέρες. Αλλά κι αυτός ο αριθμός δεν αντιπροσώπευε ολόκληρο το δυναμικό της πόλης: χωρίς να γίνει απεργία ικανοποιήθηκε το αίτημα για μείωση της εργάσιμης ημέρας περισσότερων από 45.000 εργατών. Επιπλέον, απεργούσαν ήδη χιλιάδες εργάτες στο Λέηκ Σωρ, στο Γουώμπας, στο Σικάγο, στο Μιλγουώκη, στο Σαιν Πωλ και σε διάφορους σταθμούς μεταφορών οι απεργοί διαμαρτύρονταν για την πρόσληψη εργατών που δεν ανήκαν στο συνδικάτο. Αντιμετωπίζοντας ένα τέτοιο μαζικό κίνημα ο αρχηγός της αστυνομίας Έμπερσολντ κατάλαβε ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και ζήτησε να βρίσκεται σε επιφυλακή, το Σάββατο, 1η Μαΐου, ολόκληρη η δύναμη της αστυνομίας και των χαφιέδων του Πίνκερτον – δύναμη που ενισχύθηκε από ιδιωτικούς μπασκίνες, μισθωμένους πρώτα από την Εταιρεία Σιδηροδρόμων, καθώς και με ειδικούς χαφιέδες, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από τη Μεγάλη Στρατιά του Πότομακ. Παρόλες όμως τις πολεμικές προετοιμασίες, το Σάββατο κύλησε ειρηνικά. Η πόλη είχε γιορτινή εμφάνιση με τα εκατοντάδες κλειστά εργοστάσια και τους χιλιάδες απεργούς που περιδιάβαιναν τους δρόμους οικογενειακά. Έγιναν πορείες και μαζικές συγκεντρώσεις κι ακούστηκαν λόγοι στα πολωνικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά και τη βοημική διάλεκτο.
Αντιμέτωποι με μιαν απεργία που παρουσίαζε απρόβλεπτη δύναμη και διάθεση αλληλεγγύης, οι μεγάλοι επιχειρηματίες και βιομήχανοι συνασπίστηκαν για να τη συντρίψουν. Στις 27 Απριλίου ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Υποδηματοποιίας στον οποίο συμμετείχαν 60 βιομήχανοι αυτοπροσώπως και 160 με γραπτή δήλωσή τους. Ο Σύνδεσμος αποσκοπούσε στο συντονισμό της δράσης των εκμεταλλευτών. Τα μεγαλύτερα χυτήρια σιδήρου, χάλυβος, χαλκού και μπρούτζου διακήρυξαν ότι θα αντιτάσσονταν στο αίτημα για την καθιέρωση του οκτάωρου. Το πρωί της πρωτομαγιάς συνεδρίασαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων πλανιστηρίων για να αποφασίσουν με ποιο τρόπο θα αντιδράσουν ενάντια στους απεργούς. Το ίδιο βράδυ πήραν μέρος σ αυτή τη συγκέντρωση οι ξυλέμποροι και οι εταιρείες συσκευασιών -έτσι, σύσσωμη η ξυλοβιομηχανία αποφάσισε να μην κάνει καμιά παραχώρηση στους εργάτες. Παρόλα αυτά, τη Δευτέρα 3 Μαΐου η εξάπλωση της απεργίας ήταν τρομακτική. Το ποτάμι κοντά στην ξυλεμπορική Αγορά είχε πλημμυρίσει από παρατημένη ξυλεία, ενώ έρχονταν 300 μαούνες γεμάτες φορτίο σε εκδήλωση συμπαράστασης. Οι οικοδομικές εργασίες που εκείνη την εποχή βρισκόντουσαν σε άνθιση, παρέλυσαν ξαφνικά. Τα μεγάλα χυτήρια μετάλλων και οι μεταφορικοί σταθμοί μπλοκαρίστηκαν. Για να σπάσει η απεργία ήταν πια αναγκαία μια καθαρά επιθετική ενέργεια. Τη Δευτέρα τα γκλομπ της αστυνομίας άρχισαν να διαλύουν τις πορείες και τις συγκεντρώσεις.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας έγιναν σοβαρές φασαρίες στο εργοστάσιο Μακ Γκόρμικ Χάρβεστερ. Η αντιδικία ανάμεσα στον εργοστασιάρχη Μακ Γκόρμικ και τους εργάτες χρονολογείται από τα μέσα Φεβρουαρίου όταν η επιχείρηση κήρυξε λοκ-άουτ ενάντια στους 1.400 υπαλλήλους, αντιμετωπίζοντας έτσι το αίτημά τους να σταματήσει η δίωξη ορισμένων συναδέλφων τους που είχαν απεργήσει παλιότερα. Τους επόμενους δυο μήνες οι απεργοσπάστες, οι χαφιέδες του Πίνκερτον και οι μπασκίνες έκαναν λυσσαλέες επιθέσεις εναντίον των απεργών.
Η αστυνομία εξαπέλυσε την επίθεσή της το απόγευμα της Δευτέρας, 3 Μαΐου. 6.000 απεργοί ξυλεργάτες συγκεντρώθηκαν κοντά στο Μαύρο Μονοπάτι, ένα μίλι βόρεια απ το εργοστάσιο Μακ Γκόρμικ, με σκοπό τη δημιουργία μιας επιτροπής που θα στελνόταν στους ξυλεμπόρους. Ενώ ο Σπάιζ μιλούσε στη συγκέντρωση, μια ομάδα 200 περίπου ατόμων αποσπάστηκε αυθόρμητα από το πλήθος των απεργών, έκανε πορεία προς το εργοστάσιο και επιτέθηκε στους απεργοσπάστες που εκείνη τη στιγμή έφευγαν για το σπίτι τους.
Μέσα σε 10-15 λεπτά πλάκωσαν οι μπάτσοι – πάνω από 200. Στο μεταξύ ο Σπάιζ και οι συγκεντρωμένοι απεργοί βλέποντας τα περιπολικά κι ακούγοντας πυροβολισμούς ξεκίνησαν για το εργοστάσιο -στο δρόμο συναντήθηκαν με τη δύναμη των γκλομπ και των όπλων- οι αστυνομικοί πυροβολούσαν ανεξέλεγκτα τους απεργούς που έτρεχαν για να ξεφύγουν. Αποτέλεσμα: τέσσερις νεκροί και πάρα πολλοί τραυματίες.
Ο Σπάιζ αγανακτισμένος από τις νέες αγριότητες της αστυνομίας πήγε βιαστικά στο τυπογραφείο της Εργατικής Εφημερίδας του Σικάγου και κυκλοφόρησε την ακόλουθη προκήρυξη στα αγγλικά και τα γερμανικά: ΕΚΔΙΚΗΘΕΙΤΕ! ΕΡΓΑΤΕΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ!!!
Τα αφεντικά εξαπέλυσαν τα λαγωνικά τους -την αστυνομία- και δολοφόνησαν έξι από τα αδέρφια μας σήμερα το απόγευμα στη φάμπρικα του Μακ Γκόρμικ. Σκότωσαν τα άμοιρα αδέρφια μας γιατί όπως και σεις είχαν το κουράγιο να μην υπακούσουν στην ανώτατη θέληση των αφεντικών σας. Τους σκότωσαν γιατί τόλμησαν να απαιτήσουν τη μείωση των ωρών σκλαβιάς. Τους σκότωσαν για να αποδείξουν σε σας τους Ελεύθερους Αμερικανούς Πολίτες ότι πρέπει να είσαστε ικανοποιημένοι με οτιδήποτε αποφασίσουν να σας επιτρέψουν αλλιώς θα πεθάνετε!
Εδώ και χρόνια υφίστασθε τις πιο χυδαίες ταπεινώσεις, εδώ και χρόνια υποφέρετε αμέτρητα πλήγματα, αμέτρητες αδικίες, εργαζόσαστε μέχρι αναισθησίας, υποφέρετε από τους πόνους της ένδειας και της πείνας· τα παιδιά σας τα θυσιάσατε στον αφέντη της φάμπρικας – με λίγα λόγια όλα αυτά τα χρόνια ήσασταν δυστυχισμένοι και υπάκουοι σκλάβοι. Γιατί; Για να ικανοποιήσετε την αδηφάγα φάρα, για να γεμίσετε τα χρηματοκιβώτια του κοπρίτη, κλέφτη αφέντη σας; Όταν τώρα του ζητάτε να σας ελαφρώσει το φορτίο σας, στέλνει τα λαγωνικά του για να σας πυροβολήσουν, να σας σκοτώσουν!
Αν είσαστε άντρες, αν είσαστε τέκνα των πατεράδων σας που έχυσαν το αίμα τους για να σας ελευθερώσουν, τότε θα σηκώσετε το ανάστημά σας, θα δείξετε τη δύναμή σας και θα καταστρέψετε εσείς το απαίσιο τέρας που θέλει να σας καταστρέψει. Στα όπλα, σας καλούμε στα όπλα!
ΤΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΣΑΣ
Το επόμενο βράδυ μια δεύτερη προκήρυξη καλούσε σε μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Παλιά Αγορά της οδού Ράντολφ. Το πρωί της Τρίτης, 4 Μαΐου, ξημέρωσε με την αστυνομία να επιτίθεται ενάντια σε 3.000 απεργούς κοντά στην 35η οδό. Οι επιθέσεις κατά των συγκεντρωμένων απεργών συνεχίστηκαν και το απόγευμα, ειδικά στη νοτιοδυτική πλευρά της πόλης. Ο δήμαρχος Χάρρισον έδωσε άδεια για μαζική συγκέντρωση εκείνη τη βραδιά και στις 7 η ώρα ο κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται στην Πλατεία Αγοράς, το κέντρο των ξυλεμπορικών. Μεταξύ 8 και 9 η ώρα είχαν εμφανιστεί περίπου 3.000 άτομα, ανάμεσά τους και ο δήμαρχος Χάρρισον που παρακολουθούσε σαν θεατής για να μην διασαλευτεί η τάξη. Στο αστυνομικό τμήμα της οδού Ντεμπλαίν, μισό τετράγωνο απόσταση από τη συγκέντρωση, ένα αρκετά μεγάλο σώμα αστυνομικών βρισκόταν σε ετοιμότητα. Η συγκέντρωση ήταν πολύ ήσυχη. Ο Σπάιζ μίλησε στους απεργούς από ένα αμάξι μπροστά στο εργοστάσιο των αδερφών Κραίην. Ύστερα μίλησε ο Πάρσονς που περιορίστηκε στο θέμα του οκταώρου. Ύστερα μίλησε ο Φήλντεν. Γύρω στις 10 μια δυνατή καταιγίδα άρχισε να διαλύει τη συγκέντρωση, ενώ εκείνη την ώρα ο Σπάιζ και ο Πάρσονς είχαν φύγει. Ο μόνος που είχε μείνει ήταν ο Φήλντεν που μιλούσε στον κόσμο που ήταν ακόμα εκεί. Ο δήμαρχος Χάρρισον που είχε κρίνει ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική και ότι όλα είχαν τελειώσει, έφυγε λίγο μετά τις 10, κάλεσε το αστυνομικό τμήμα για να δώσει αναφορά και μετά πήγε να κοιμηθεί στο σπιτάκι του.
Ύστερα από λίγα λεπτά, ο διευθυντής της αστυνομίας, Τζων Μπόνφηλντ, μισητός σ όλη την πόλη για την κτηνωδία του, μπήκε επικεφαλής ενός αποσπάσματος 180 μπάτσων για να διαλύσει όσους είχαν απομείνει από τη συγκέντρωση. Η ενέργεια αυτή δεν είχε κανένα νόημα πέρα από το ότι ο Μπόνφηλντ ήθελε να προκαλέσει άλλο ένα μακελειό. Σύμφωνα με τον κυβερνήτη της Πολιτείας, Ώλντγκενλντ, ο επιθεωρητής Μπόνφηλντ είναι ο πραγματικός υπεύθυνος για το θάνατο των αστυνομικών. Οι μπάτσοι κρατήθηκαν σε κάποια απόσταση από το αμάξι των ομιλητών και ένας λοχαγός Γουώρντ διέταξε τους συγκεντρωμένους να διαλυθούν. Ο Φήλντεν απάντησε ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική. Καθώς ο Γουώρντ στράφηκε για να δώσει διαταγή στους άντρες του μια βόμβα έπεσε από ένα σημείο στο πεζοδρόμιο λίγο πιο αριστερά από το αμάξι. Η έκρηξη έγινε εκεί που στέκονταν οι μπάτσοι και τραυμάτισε 66. Απ αυτούς οι επτά πέθαναν αργότερα. Η αστυνομία άρχισε αμέσως να πυροβολεί υστερικά το πλήθος, σκοτώνοντας αρκετούς και τραυματίζοντας 200. Πανικός ξέσπασε στη γειτονιά. Έγιναν τηλεφωνήματα σε γιατρούς. Τα φαρμακεία γέμισαν τραυματίες.
Μέχρι και σήμερα ακόμα δεν έχει εξακριβωθεί ποιος έριξε τη βόμβα. Υπάρχουν τρεις πιθανότητες:
1) ο κυβερνήτης Ώλντγκελντ υποστήριζε στο απαλλακτικό διάγγελμά του το 1893 ότι ρίχτηκε από κάποιον σαν αντίποινα για όλες τις βιαιότητες του Μπόνφηλντ και της αστυνομίας. Αποδεικνύεται ότι κατά πάσα πιθανότητα η βόμβα ρίχτηκε από κάποιον που ζητούσε προσωπική εκδίκηση, ότι οι αρχές ακολούθησαν μια τακτική που ήταν φυσικό να προκαλέσει όλα όσα προκάλεσε, ότι αρκετά χρόνια πριν από το επεισόδιο της Παλιάς Αγοράς δεν είχαν σημειωθεί εργατικές ταραχές και ότι σε αρκετές περιπτώσεις πολλοί εργάτες που δεν ήταν ένοχοι καμιάς κατηγορίας είχαν δολοφονηθεί, και κανένας από τους δολοφόνους δεν πέρασε από δικαστήριο. Οι μαρτυρίες που δόθηκαν στους ανακριτές και εκτέθηκαν εδώ αποδεικνύουν ότι σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις πυροβολήθηκαν άτομα και σκοτώθηκαν καθώς έτρεχαν, πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να πυροβοληθούν· παρόλα αυτά δεν κατηγορήθηκε κανείς. Στο Σικάγο έγιναν πολλές απεργίες κατά τις οποίες η αστυνομία όχι μόνο επιτέθηκε ενάντια στους ανθρώπους, αλλά και χωρίς καμιά νομική δικαιοδοσία εισέβαλε και διέσπασε ειρηνικές συγκεντρώσεις· σε πολλές περιπτώσεις που δεν ήταν ένοχοι στο παραμικρό.
2) Η πιθανότητα ενός προβοκάτορα δεν πρέπει να απορριφθεί εντελώς. Η αστυνομία του Σικάγου εκείνη την εποχή ήταν ικανή για κάτι τέτοιο. Το πρωί μετά την έκρηξη της βόμβας ο επιθεωρητής Μπόνφηλντ έκανε την εξής ανακοίνωση:
Θα λάβωμεν δραστικά μέτρα διά την σύλληψιν των ηγετών της υποθέσεως αυτής. Η ενέργεια της χθεσινής νυκτός θα αποδείξει ότι η βομβιστική και δυναμιτιστική φρασεολογία δεν ήτο απλή πομφόλυξ Η επίθεσις εναντίον ημών ήτο κτηνώδης και θρασύδειλος. (Η υπογράμμιση έγινε από τον ίδιο τον Μπόνφηλντ).
.
3) Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ήταν ένοχος ο αναρχικός Ρ. Στσνάουμπελτ, γαμπρός του Μ. Στσουώμπ. Το γεγονός ότι συνελήφθηκε δύο φορές και αφέθηκε ελεύθερος σε περίοδο που η αστυνομία συνελάμβανε και φυλάκιζε όλους τους αναρχικούς και συμπαθούντες που μπορούσε να αρπάξει, δημιουργεί την υποψία ή μάλλον τη βεβαιότητα ότι η αστυνομία ήθελε να τον ξεμπερδέψει για να μπορέσει να καταδικάσει τους οκτώ σημαντικότερους επαναστάτες ηγέτες.
Ο δικαστής Γκάρυ που αναθεώρησε την υπόθεση επτά χρόνια μετά την πρώτη δίκη παραδέχτηκε πως ήταν πολύ πιθανή η ενοχή του Στσνάουμπελτ και πως η απαλλαγή του μπορεί να έγινε όταν ακριβώς ήταν ο σημαντικότερος ύποπτος. Ο Γκάρυ συμπέρανε, παρόλα αυτά, ότι ο Στσνάουμπελτ ή κάποιος άλλος πέταξε τη βόμβα, πράγμα που δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία.
Οι εφημερίδες, όχι μόνο στο Σικάγο, αλλά και παντού, άρχισαν να σπέρνουν τον πανικό. Απαίτησαν την εκτέλεση όλων των ανατρεπτικών στοιχείων. Μέσα σε λίγες μέρες η αστυνομία συνέλαβε τους κυριότερους αναρχικούς επαναστάτες της πόλης – τους Σπάιζ, Φήλντεν, Στσουώμπ, ντολφ Φίσερ, Τζωρτζ Ένγκελ, Λούις Λινγκ, Όσκαρ Νημπ και άλλους, ακόμα και τους 25 τυπογράφους της Εργατικής Εφημερίδας. Ο μόνος που διέφυγε ήταν ο Πάρσονς που η αστυνομία δεν μπορούσε να τον συλλάβει παρά το φοβερό κυνηγητό. Όταν ανακοινώθηκε ο θάνατος του μπάτσου Μ. Τζ. Ντήγκαν οι εφημερίδες απαίτησαν κραυγαλέα βιαστικές δίκες στο κακουργιοδικείο. Για αρκετές βδομάδες αναζωπύρωναν το αίσθημα τρομοκρατίας που επικρατούσε στο κοινό. Οι τίτλοι τους ήταν χαρακτηριστικοί: Αιμοδιψή κτήνη, Ερυθροί ρουφιάνοι, Ερυθροί ταραξίες, Κατασκευαστές βομβών, Ερυθροί αγκιτάτορες, Αναρχικοί δυναμιτιστές, Αιμοδιψή τέρατα, Εκσφενδονιστές βομβών, Βομβολάτρες. Η εφημερίδα Chicago Tribune έγραφε στις 6 Μαΐου: Τα φίδια αυτά θράφηκαν και αναζωογονήθηκαν με τη λιακάδα της ανοχής και πήραν θάρρος να επιτεθούν ενάντια στην κοινωνία, το νόμο, την τάξη και την κυβέρνηση. Και η Chicago Herald της ίδιας ημέρας: Ο όχλος που παρακινήθηκε από τον Σπάιζ και τον Φήλντεν σε δολοφονίες δεν αποτελείται από αμερικανούς. Είναι καθάρματα από την Ευρώπη που ζήτησαν καταφύγιο σ αυτές τις ακτές για να καταχραστούν τη φιλοξενία μας και να περιφρονήσουν τις αρχές της χώρας. Η Chicago Interocean: Για μήνες, για χρόνια, αυτά τα μικροπρεπή υποκείμενα διαλαλούσαν τα στασιαστικά κι επικίνδυνα δόγματά τους. Η Chicago Journal της 7ης Μαΐου: Η Δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι πολύ αυστηρή όταν θα περιλάβει τους κρατούμενους αναρχικούς. Οι νόμοι που αφορούν τη συνενοχή σε εγκλήματα είναι τόσο σαφείς ώστε οι δίκες τους δεν θα πρέπει να κρατήσουν πολύ.
Η τροφοδότηση της υστερίας του κοινού κατάντησε να είναι πρωταρχική δραστηριότητα της αστυνομίας. Ύστερα από τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξής του, ο αρχηγός της αστυνομίας, Έμπερσολντ, παραδέχτηκε: Ήτο τακτική μου να κατευνάσω τα πνεύματα όσο το δυνατόν ταχύτερον μετά την 4ην Μαΐου 1886. Η γενική αναταραχή ήτο εις βάρος της πόλεως του Σικάγου. Αλλωστε ο λοχαγός Στσάακ επεζητούσε την αναταραχήν. Ήθελε να ανεύρη βόμβας πανταχόθεν Μετά την διάλυσιν των αναρχικών ομάδων, ο Στσάακ ήθελε να εξαπολύσει τους άνδρας του διά να οργανώσουν εκ νέου τας διαλελυμένας ομάδας. Η αστυνομία πήρε στα χέρια της τους καταλόγους συνδρομητών της Εργατικής Εφημερίδας και άρχισε μαζικές εφόδους. Στις αίθουσες συγκεντρώσεων, στα τυπογραφεία, στα σπίτια γινόντουσαν διαρρήξεις και έρευνες· συνελάμβαναν και φυλάκιζαν οποιονδήποτε είχε έστω και ελάχιστη σχέση με το ριζοσπαστικό κίνημα. Η αστυνομία φρόντιζε οι επιδρομές της να έχουν αποτελέσματα. Κάθε μέρα ανακάλυπταν πυρομαχικά, καραμπίνες, μαχαίρια, ντουφέκια, πιστόλια, ξιφολόγχες, αναρχικά φυλλάδια, κόκκινες σημαίες, ανατρεπτικά πανό, φυσίγγια, εγχειρίδια, σφαίρες, μολύβι, υλικά για την κατασκευή τορπιλών, κάλυκες σφαιρών, δυναμίτη, βόμβες, οβίδες, καψούλια, μηχανήματα, ψεύτικες πόρτες για κρύπτες, υπόγειες γαλαρίες σκοποβολής. Κάθε εύρημα της αστυνομίας διατυμπανιζόταν από τις εφημερίδες. Απλώθηκε η φήμη ότι ο Μοστ θα ερχόταν από τη Νέα Υόρκη, προφανώς για να κλιμακώσει το κύμα δολοφονιών, οπότε η αστυνομία παρέταξε επιδεικτικά έξω από το σταθμό τους χαφιέδες της. Μαζεύτηκε πλήθος για να υποδεχτεί τον επικίνδυνο επισκέπτη, ο Μοστ όμως δεν φάνηκε. Η κατάλληλη ατμόσφαιρα για τη δίκη είχε προετοιμαστεί προσεκτικά.
ΑΦΗΣΤΕ ΝΑ ΑΚΟΥΣΤΕΙ Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Όταν συνεδρίασε το κακουργιοδικείο, στα μέσα Μαΐου, κατηγόρησε τους Ώγκαστ Σπάιζ, Μάικελ Στσουώμπ, Σάμουελ Φήλντεν, Αλμπερτ Πάρσονς, Αντολφ Φίσερ, Τζωρτζ Ένγκελ, Λούις Λινγκ και Όσκαρ Νημπ, όλοι τους βασικά μέλη της Διεθνούς, σαν υπεύθυνους για τη δολοφονία του Ματίας Τζ. Ντήγκαν στις 4 Μαΐου. Η δίκη ορίστηκε για τις 21 Ιουνίου στο δικαστήριο του Κουκ Κάουντυ με δικαστή τον Τζόζεφ Γκάρυ. Δημόσιος κατήγορος ήταν ο πολιτειακός εισαγγελέας Τζ. Γκρίνελ. Οι κατηγορούμενοι όρισαν 4 συνήγορους. Η δίκη άρχισε ενώ η αστυνομία έκανε τις συγκλονιστικές της αποκαλύψεις, οι εφημερίδες αράδιαζαν μυθιστορίες για αναρχικές συνωμοσίες που αποσκοπούσαν σε μαζικές δολοφονίες και το κοινό ούρλιαζε απαιτώντας γρήγορα την εκτέλεση των κατηγορούμενων. Στην αρχή της προανάκρισης ο Πάρσονς που είχε διαφύγει τη σύλληψη για έξι βδομάδες, βάδισε μέσα στο δικαστήριο και παραδόθηκε για να δικαστεί, συναντώντας τους συντρόφους του στο εδώλιο των κατηγορουμένων.
Από κείνη τη στιγμή δύο γεγονότα απέδειξαν ότι η δίκη δεν ήταν ούτε κατά προσέγγιση δίκαιη. Πρώτον, ο δικαστής Γκάρυ ανάγκασε και τους οκτώ κατηγορούμενους να δικαστούν μαζί, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο παραδοχής όλων των ειδών αποδεικτικών στοιχείων. Δεύτερον, χάρη σε ένα απίθανο τέχνασμα οι ένορκοι δεν διαλέχτηκαν με το συνηθισμένο τρόπο της τυχαίας κλήρωσης, αλλά αντίθετα από ένα κλητήρα διορισμένο από τον πολιτειακό εισαγγελέα. Ένας επιχειρηματίας του Σικάγου, ο Ο. Σ. Φαίηβορ, στην ένορκη κατάθεσή του δήλωσε ότι ο κλητήρας του είχε πει μπροστά σε μάρτυρες: Εγώ χειρίζομαι αυτή την υπόθεση και ξέρω τι πρέπει να κάνω. Τα άτομα αυτά θα κρεμαστούν σίγουρα. Διαλέγω αυτούς ακριβώς τους ενόρκους γιατί οι κατηγορούμενοι θα τους απορρίψουν ασυζητητί και τελικά θα χάσουν τον καιρό τους και τις ενστάσεις τους. Θα αναγκαστούν να τους δεχτούν απλώς γιατί τους θέλει ο δημόσιος κατήγορος. Ο δικαστής με πολύ έξυπνες ερωτήσεις κατάφερε να θεωρηθούν κατάλληλοι ένορκοι πολλοί που είχαν παραδεχτεί ανοιχτά τις προκαταλήψεις τους απέναντι στους κατηγορούμενους και οι οποίοι απορρίπτονταν εντελώς από την υπεράσπιση. Χρειάστηκαν 21 μέρες για να διαλεχτούν οι ένορκοι και εξετάστηκαν 981 υποψήφιοι. Τελικά η υπεράσπιση εξάντλησε το δικαίωμα ένστασης και έτσι διαλέχτηκαν οι 12 ένορκοι που ανάμεσά τους ήταν κι ένας συγγενής θύματος από τη βόμβα.
Η εισηγητική ομιλία του πολιτειακού εισαγγελέα Γκρίνελ μετά την παρουσίαση των στοιχείων έγινε στις 14 Ιουλίου και διαβεβαίωσε τους ενόρκους ότι θα εμφανιζόταν ο άνθρωπος που είχε ρίξει τη βόμβα. Πράγμα βέβαια που ήταν αδύνατον. Παρόλα αυτά έγινε προσπάθεια να στηριχτεί η κατηγορία στη μαρτυρία δύο υποτιθέμενων αναρχικών που μηρύκασαν τα επίσημα στοιχεία, παρουσιάζοντας κάποια ιστορία για την ύπαρξη τρομοκρατικής συνωμοσίας σύμφωνα με τα οποία θα ανατινάζονταν με δυναμίτη όλα τα αστυνομικά τμήματα, ένα κάθε φορά που θα εμφανιζόταν η γερμανική λέξη Rhue στην Εργατική Εφημερίδα. Η μαρτυρία των δύο αυτών ατόμων σαρώθηκε εντελώς από την υπεράσπιση. Όταν λοιπόν ξεφούσκωσε κι αυτό το μπαλόνι αποκαλύφθηκαν άλλα παράξενα στοιχεία. Ένας άλλος μάρτυρας, ο Γκίλμερ, που αποδείχτηκε επαγγελματίας ψευδομάρτυρας, ορκίστηκε ότι είχε δει ένα αντικείμενο που έμοιαζε με βόμβα ανάμεσα στους Σπάιζ, Στσουώμπ και Στσνάουμπελτ και ότι είχε παρατηρήσει αυτό τον τελευταίο να ρίχνει τη βόμβα ενάντια στους αστυνομικούς. Επιπλέον, πάρα πολλοί αστυνομικοί προσπάθησαν να αποδείξουν ότι ο Φήλντεν τους είχε πυροβολήσει πίσω από το αμάξι των ομιλητών, οι ισχυρισμοί τους όμως αποδείχτηκαν αβάσιμοι.
Παρά τη δημιουργία συναισθηματικής ομίχλης γύρω από τα γεγονότα, το Κράτος, όπως παρατήρησε ο κυβερνήτης Ώλντγκελντ δεν κατάφερε ποτέ να ανακαλύψει ποιος έριξε τη βόμβα. Δεν μπόρεσε επίσης να αποδείξει την ύπαρξη κάποιας συγκεκριμένης συνωμοσίας από μέρους των κατηγορουμένων.
Με την εξέλιξη της υπόθεσης, οι οκτώ κατηγορούμενοι κατέληξαν να δικάζονται για τις ιδέες τους, παρόλο που δεν επέτρεψαν στην υπεράσπιση να παρουσιάσει μαρτυρίες σχετικές με τη θεωρία του αναρχισμού. Βασιζόμενος στο γεγονός ότι οι γενικές αρχές των αναρχικών αποτελούσαν προτροπή για την καταστροφή όλων των καπιταλιστών, ο δικαστής Γκάρυ επέτρεψε στον δημόσιο κατήγορο να συμπεράνει την ύπαρξη συγκεκριμένης συνωμοσίας. Οι ένορκοι αιφνιδιάστηκαν με αποσπάσματα από διάφορα εμπρηστικά άρθρα της εφημερίδας Συναγερμός και της Εργατικής Εφημερίδας. Η αστυνομία επέδειξε στους ενόρκους μια σειρά δεματιών δυναμίτη και διάφορες βόμβες με καταχθόνιους μηχανισμούς, παρόλο που τα πιο πολλά απ αυτά τα στοιχεία είχαν βρεθεί σε μίλια απόσταση από το σημείο της έκρηξης και ύστερα από βδομάδες ολόκληρες. Το θέαμα των εκθεμάτων προκάλεσε το επιθυμητό αποτέλεσμα: προξένησε τρόμο. Η υπεράσπιση εναντιώθηκε στην παρουσίαση άσχετων στοιχείων που αποσκοπούσαν στην πρόκληση εχθρικών συναισθημάτων αλλά το δικαστήριο απέρριψε όλες τις ενστάσεις της. Ο δικαστής Γκάρυ αποκάλυψε έτσι την προκατάληψή του, όπως παραδέχτηκε αργότερα ο κυβερνήτης Ώλντγκελντ.
Η συνοπτική διαδικασία μπροστά στους ενόρκους άρχισε στις 14 Αυγούστου. Έληξε με την αγόρευση του πολιτειακού εισαγγελέα Γκρίνελ: Δικάζεται ο Νόμος. Δικάζεται η Αναρχία. Οι άνθρωποι αυτοί διαλέχτηκαν από τους ενόρκους και θεωρήθηκαν ένοχοι γιατί ήταν ηγέτες. Δεν είναι περισσότερο ένοχοι απ ότι οι χιλιάδες που τους ακολουθούν. Κύριοι ένορκοι, καταδικάστε τους, κάντε τους παράδειγμα προς αποφυγήν, κρεμάστε τους και θα σώσετε τους θεσμούς μας, την κοινωνία μας. Όπως είχε προβλεφθεί οι ένορκοι ανακοίνωσαν την απόφασή τους στις 20 Αυγούστου: τους χαρακτήρισαν όλους ένοχους και επέβαλαν την ποινή του απαγχονισμού στους επτά κατηγορούμενους, ενώ στον Όσκαρ Νημπ επέβαλαν φυλάκιση 15 χρόνων. Η υπεράσπιση έκανε έφεση για νέα δίκη τον Σεπτέμβριο. Η έφεση απορρίφθηκε και οι καταδικασμένοι κλήθηκαν να απολογηθούν. Οι απολογίες τους ήταν λεπτομερειακές, κράτησαν τρεις μέρες και απευθύνονταν όχι μόνo στο δικαστήριο αλλά και στους εργάτες όπου κι αν βρίσκονταν.
Ύστερα από μια μεγάλη ανάλυση των απόψεών του ο Σπάιζ είπε:
Λοιπόν, αυτές είναι οι ιδέες μου. Αποτελούν μέρος του εαυτού μου, δεν μπορώ να τις αποχωριστώ και δεν θα το έκανα ακόμα κι αν μπορούσα. Κι αν νομίζετε ότι μπορείτε να συντρίψετε αυτές τις ιδέες που κερδίζουν έδαφος κάθε μέρα και περισσότερο, αν νομίζετε ότι μπορείτε να τις στείλετε στην κρεμάλα -αν επιβάλλετε άλλη μια φορά τη θανατική ποινή σε άτομα που τόλμησαν να πουν την αλήθεια – και σας προκαλώ να μας αποδείξετε σε ποιο σημείο είπαμε ψέματα – σας λέω ότι αν ο θάνατος είναι η ποινή γιατί διακηρύχτηκε η αλήθεια, τότε θα πληρώσω το ακριβό τίμημα με περηφάνια και τόλμη! Φωνάξτε το δήμιό σας!
Ο Τζωρτζ Ένγκελ είπε:
Μισώ και πολεμάω όχι τον καπιταλιστή σαν άτομο, αλλά το σύστημα που του δίνει τα προνόμιά του. Η μεγαλύτερή μου επιθυμία θα ήταν να μπορέσουν να αναγνωρίσουν οι εργάτες ποιοι είναι οι φίλοι τους και ποιοι οι εχθροί τους. Επαναλαμβάνω ότι είμαι εχθρός της τάξης που επικρατεί σήμερα και επαναλαμβάνω ότι θα την πολεμήσω με όλες μου τις δυνάμεις, όσο μπορώ ακόμα να ανασαίνω. Σας απεχθάνομαι! Απεχθάνομαι την τάξη σας, τους νόμους σας, την εξουσία σας που στηρίζεται στη βία. Κρεμάστε με γι αυτό!
Η εκτέλεση της καταδίκης αναβλήθηκε μια και η υπόθεση παρουσιαζόταν στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ιλλινόις. Αφού εξετάστηκε για αρκετούς μήνες και παρά το γεγονός ότι η δίκη έβριθε σφαλμάτων νομικής φύσης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του κατώτερου δικαστήριου το Σεπτέμβριο του 1887. Όλες οι εργατικές οργανώσεις παντού, εκτός από τους Ιππότες της Εργασίας, ζήτησαν χάρη για τους καταδικασμένους αναρχικούς. Τις τελευταίες μέρες ο Φήλντεν και ο Στσουώμπ έκαναν αίτηση για χάρη και ζήτησαν μετατροπή της ποινής. Οι άλλοι απαίτησαν Ελευθερία ή θάνατο. Ο κυβερνήτης Όγκσλμπυ μετέτρεψε την ποινή του Φήλντεν και του Στσουώμπ σε ισόβια και έτσι μεταφέρθηκαν στις κρατικές φυλακές του Τζόλιετ μαζί με τον Νημπ. Ο Λινγκ απέφυγε το ικρίωμα την προηγούμενη της εκτέλεσης πυροδοτώντας ένα τσιγάρο με δυναμίτη μέσα στο στόμα του. Οι υπόλοιποι τέσσερις κρεμάστηκαν στις 11 Νοεμβρίου 1887.
Οι θηλιές στήθηκαν γρήγορα, οι κουκούλες κατέβηκαν. Τότε κάτω από τα καλύμματα ακούστηκαν τα εξής, ΣΠΑΪΖ:
Θάρθει μια εποχή που η σιωπή του τάφου μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα.
ΑΡΣΟΝΣ:
Ω, άνθρωποι της Αμερικής, θα μου δώσετε την άδεια να μιλήσω; Αφήστε με να μιλήσω Σερίφη Μαίητσον. Αφήστε να ακουστεί η φωνή του λαού, Ω! Ύστερα από χρόνια, μετά από αναθεώρηση της δίκης, οι Φήλντεν, Στσουώμπ και Νημπ απαλλάχτηκαν της κατηγορίας και απελευθερώθηκαν.
Κείμενο από REVLEFT

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Ανοιχτή επιστολή από τον πατέρα ενός εγκαίρως αποχωρήσαντα χρυσαυγίτη προς τους γονείς εκείνους που έχουν τα παιδιά τους στην Χρυσή Αυγή



*************
Λάβαμε αυτήν την επιστολή, που δημοσιεύτηκε και σαν σχόλιο στο άρθρο «Χρυσή Αυγή: Η κρυφή ιεραρχία, η πραγματική ηγεσία, το “χρίσμα” για τα μυημένα μέλη και οι δοκιμασίες πριν τις τελετές μύησης (επιθέσεις σε ανύποπτους “εχθρούς της ράτσας”)», όμως πιστεύουμε ότι έχει μια ξεχωριστή, ιδιαίτερη αξία, και γι’ αυτό θα ήταν προτιμότερο αν υπήρχε και σαν ξεχωριστή ανάρτηση. Η ορθογραφία είναι του πρωτοτύπου· δεν κάναμε καμία παρέμβαση εκτός από κάποια σημεία στίξης και κάποια λάθη πληκτρολόγησης. Τα έντονα γράμματα, απλά για να τονίζονται τα ονόματα μέσα σε κάθε παράγραφο, και τα πλάγια, όταν υπάρχει παράθεση αποσπασμάτων (quoting). Οι τρεις φωτογραφίες είχαν δοθεί σαν λινκ, και ενσωματώθηκαν μέσα στο κείμενο.

Ανοιχτή επιστολή από τον πατέρα ενός εγκαίρως αποχωρήσαντα χρυσαυγίτη προς τους γονείς εκείνους που έχουν τα παιδιά τους στην Χρυσή Αυγή

Αξιότιμοι κ.κ. γονείς του Γιώργου Φουντούλη,
αξιότιμοι κ.κ. γονείς του Μάνου Καπελώνη,
αξιότιμοι κ.κ. γονείς των παιδιών που πήγαν στην Χρυσή Αυγή,
είμαι ένας απλός συνταξιούχος και πατέρας τριών παιδιών, με μεγάλη ανησυχία για το μέλλον αυτού του τόπου και για το μέλλον των παιδιών μας.

Απόφάσισα να γράψω αυτήν την επιστολή, ώστε να μάθει ο κόσμος λίγα πράγματα από όσα πέρασε η οικογένειά μου το τελευταίο διάστημα, και δεν ζητώ τίποτα από κανένα. Θέλω μόνο να προσθέσω ένα λιθαράκι για να μάθει ο κόσμος την αλήθεια, την δική μου αλήθεια, έτσι όπως την έζησα.
Αγαπητέ κύριε και κυρία Φουντούλη, αγαπητέ κύρια και κυρία Καπελώνη,
γνωρίζω ότι ο πόνος σας είναι αβάσταχτος και ότι τίποτα δεν μπορεί να τον απαλύνει. Το να χάνει κανείς τα παιδιά του, και να αναγκάζεται να ζει μόνο τις αναμνήσεις και τις μνήμες του απ’ τα παιδιά, και όχι έχοντας τα δίπλα του, να μπορεί να τα αγκαλιάζει όποτε θέλει, σίγουρα είναι κάτι που μόνο όποιος το έχει βιώσει με τον πιο οδυνηρό τρόπο, μόνο αυτός το γνωρίζει.

Σας γράφω αυτές τις γραμμές, για έναν πολύ απλό λόγο: Για μια σκέψη που με βασανίζει και με κατατρώει: Για την σκέψη πως στη θέση τη δικιά σας, θα μπορούσα να ήμουν εγώ, και πως ο πόνος των οικογενειών σας θα μπορούσε να είναι πόνος και της δικής μου οικογένειας. Αν πιστεύετε ότι γνωρίζετε όλη την ιστορία με όλες τις πτυχές της, τότε δεν χρειάζεται να διαβάσετε παρακάτω. Αν όμως έχετε και την παραμικρή υποψία πως δεν σας τα έχουν πει όλα (και ποιό παιδί τα λέει όλα στους γονείς του;), τότε να μου επιτρέψετε να σας παροτρύνω να διαθέσετε τα επόμενα 5 λεπτά για να διαβάσετε αυτά που έχω βιώσει, και ίσως αυτά τα 5 λεπτά να είναι τα σημαντικότερα 5 λεπτά, στην προσπάθειά σας να καταλάβετε γιατί έγινε ό,τι έγινε, και γιατί περνάτε σήμερα αυτόν τον Γολγοθά.
Σκοπός μου δεν είναι να επαναφέρω οδυνηρά συναισθήματα. Σκοπός μου είναι να ενημερωθούν κι άλλοι γονείς, ώστε να αποφύγουν τους σκόπελους που πέρασε και η δική μου οικογένεια.

Βλέπετε, και το δικό μου παιδί είχε πλησιάσει και ήταν στην οργάνωση Χρυσή Αυγή. Προερχόμαστε από μια απλή, καθημερινή οικογένεια, μεγαλωμένοι όλοι μας με τις αξίες της φιλοπατρίας, του Χριστιανισμού και με την αγάπη και πρώτο μέλημα στην οικογένεια. Χωρίς να πολυμπλεκόμαστε με τα πολιτικά, ψηφίζαμε πάντα Δεξιά. Είμαστε άνθρωποι θρησκευόμενοι, που αγαπάνε την πατρίδα τους και που πιστεύουν ότι το κύτταρο της κοινωνίας είναι η οικογένεια, και για να είναι υγιής η κοινωνία, θα πρέπει να είναι υγιή και τα κύτταρά της, δηλαδή οι οικογένειες. Αυτό, σκέφτομαι ώρες-ώρες, είναι που μας έσωσε, και απέτρεψε το να φτάσει και στην δική μου οικογένεια κάποιο μεγάλο κακό. Το γεγονός πως με τα παιδιά, επιδιώκουμε να συζητάμε τα πάντα. Να γνωρίζουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές της ζωής τους και όσο το δυνατόν περισσότερα πρόσωπα από όσο υπάρχουν στις ζωές των παιδιών μας, χωρίς όμως να γινόμαστε καταπιεστικοί ή να τα πεισθαναγκάζουμε να ζήσουν όπως θα θέλαμε εμείς να ζήσουν.
Γι’ αυτό και μου έκανε εντύπωση, όταν είχα ζητήσει από τον γιο μου να φέρει στο σπίτι για να γνωρίσουμε τον, ας πούμε, κοντύτερο προς αυτόν μέλος της Χρυσής Αυγής, δίπλα στον οποίο ο γιος μου “μαθήτευε” να και λειτουργεί στα πλαίσια της οργάνωσης και των “δράσεων” της. Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή, και κρίνοντας από την εφημερίδα της ΧΑ που έφερνε το παιδί στο σπίτι, σχημάτισα την εντύπωση ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά, ίσως υπερβολικά, φιλοπατριωτική οργάνωση. Κάποιες απορίες μού είχαν γεννηθεί αργότερα, όταν διαβάζοντας τα περιοδικά τους, καθώς είμαι συνταξιούχος και έχω αρκετό ελεύθερο χρόνο, έβλεπα πολλές αναφορές στον εθνικοσοσιαλισμό και σε ξένες προς την Ελλάδα θρησκείες. «Τι τα χρειαζόμαστε στην Ελλάδα όλα αυτά;», σκεφτόμουν, τους ρούνους, τις προσωπογραφίες του Ρούντολφ Εςς, τη Θούλη, τα μυστικιστικά τάγματα και ένα σωρό άλλα παρόμοια πράγματα, ξένα προς την Ελλάδα μας και τις παραδόσεις της. Ο γιος μου μού είπε ότι ο “εκπαιδευτής” του στη Χρυσή Αυγή είναι πολυάσχολος και ότι δεν θα μπορούσε να έλθει από το σπίτι για να συζητήσω μαζί του. Δεν έδωσα και πολύ μεγάλη σημασία σε αυτό, “ε, συμβαίνουν αυτά”, είπα μέσα μου.
Ούτε αργότερα πήγε το μυαλό μου στο κακό, όταν ο γιος μου έφερνε στο σπίτι κι άλλα βιβλία και άλλα αντικείμενα που έδειχναν μια τάση, μια ροπή προς τον εθνικοσοσιαλιστικό τρόπο ζωής, όπως το καταλαβαίνω τώρα. Εχοντας αρχίσει να μαθαίνω το ίντερνετ από αρκετά χρόνια τώρα, και με την βοήθεια των ανηψιών και των άλλων παιδιών της οικογένειας, άρχισα να διαβάζω πιο συστηματικά, απλά για να κατανοήσω τι ακριβώς πρεσβεύει αυτή η οργάνωση με τους μαίανδρους και τους πυρσούς και τα στρατιωτικά ρούχα.
Το σημείο καμπής ήταν όταν άκουσα μια μέρα τον γιο μου στο τηλέφωνο να κανονίζει ένα ραντεβού στις 11.00 η ώρα το βράδι. Τον ρώτησα τι θα έκαναν τέτοια ώρα έξω, και μου απάντησε «Δεν είναι τίποτα, πατέρα, είναι προγραμματισμένες δράσεις». Η αλήθεια είναι πως κι άλλες φορές είχε λείψει απ’ το σπίτι για διήμερα ή τριήμερα, και πως κι άλλες φορές περνούσε τη νύχτα του κάπου μακριά μας. Μας έλεγε πως “πήγαιναν εκδρομές”, στη φύση, πως έκαναν αθλοπαιδιές και πεζοπορία, για καλή φυσική κατάσταση.
Τώρα, εκ των υστέρων, βλέπω και καταλαβαίνω. Γιατί, όταν είχα ήδη μάθει και διαβάσει αρκετά για την οργάνωση, κάθησα, ή έστω προσπάθησα, να συζητήσω με τον γιο μου, και του έκανα πολλές ερωτήσεις για να μου εξηγήσει όσα δεν μπορούσα να καταλάβω. Δεν λέω μεγάλες κουβέντες, αλλά ίσως αν κι άλλοι γονείς φρόντιζαν να κάνουν το ίδιο, ίσως να περιόριζαν το κακό, και όσοι έχουν ακόμα τα παιδιά τους στην ΧΑ, ποτέ δεν είναι αργά, να ξεκινήσουν και τώρα ακόμα.
Τώρα έχω την πλήρη εικόνα. Τώρα καταλαβαίνω, όταν βλέπω εκείνη τη φωτογραφία του αδικοχαμένου παιδιού, του Γιώργου Φουντούλη, νύχτα στην Πάρνηθα, μαζί με τον Κασιδιάρη και άλλους 5 μαυροφορεμένους “συναγωνιστές”, που είναι τουλάχιστον 15-20 χρόνια μεγαλύτεροι απ’ τα παιδιά μας.


Τελικά, ο γιος μου μού τα είπε όλα, ή έστω, μού είπε πολλά, διότι τους δίνουν εντολές εκεί μέσα να μην αποκαλύπτουν τα όσα βλέπουν και ακούνε. Μου είπε πως για να γίνει τακτικό μέλος της οργάνωσης, και για να έχει δυνατότητες εξέλιξης και ανεβάσματος στην ιεραρχία τους, θα έπρεπε -πως να το πω τώρα αυτό;-, θα έπρεπε να συμμετάσχει και σε κάποιες ιδιαίτερες εκδηλώσεις (“δράσεις”) με έντονα θρησκευτικό-μυστικιστικό χαρακτήρα, που προορίζονταν μόνο για τους πολύ “εκλεκτούς” και αυτούς που ξεχώριζαν στον χαρακτήρα τους. Σαν να δίνει, ας πούμε, τα διαπιστευτήριά του, και σε μια άλλου τύπου “θρησκεία” ή δοξασία ή πνευματική εκδήλωση, δεν ξέρω πως να το πω. Τότε δεν καταλάβαινα πολλά πράγματα, και η “Θούλη” και τα “ερμητικά τάγματα” και οι “βόρειοι θεοί” ήταν ακατανόητα πράγματα για μένα. Και θα έπρεπε, μου έλεγε, να δώσει έναν “ιερό όρκο”, στο αίμα και στη φυλή. Παράξενα πράγματα αυτά, ακατανόητα, για έναν απλό Ελληνα και Χριστιανό, όπως είμαι εγώ. Τώρα που διάβασα, όμως, με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια, τώρα καταλαβαίνω.
Ευτυχώς, μετά από πολλές συζητήσεις, το παιδί μου πείστηκε μόνο του και αποφάσισε να απομακρυνθεί από την οργάνωση, και να μην προχωρήσει σε όσα του ζητούσαν να κάνει. Τον πίεσα, είναι αλήθεια, και μου αποκάλυψε πως τους ορμήνευαν, αν τυχόν πιαστούν απ’ την αστυνομία, να αρνηθούν ότι είναι μέλη της ΧΑ. Αυτό μπορεί να ήταν και το τελευταίο χτύπημα, που με ανάγκασε να σηκώσω τους τόνους της φωνής μου και να του πω ότι δεν έχει καμιά δουλειά εκεί μέσα. Κι ευτυχώς που έγινε έτσι, δόξα το Θεό.
Κι έτσι -το λέω με πόνο ψυχής για τους άτυχους γονείς των δυο αδικοχαμένων παιδιών-, δεν θα είναι ο γιος μου λόγου χάριν, αυτός, που όταν αργότερα γραφτεί από τον ιστορικό του μέλλοντος η ιστορία που περνάμε τώρα λόγω της δράσης της ΧΑ, εκείνος που θα εικονίζεται σε μια φωτογραφία, ξημερώματα Παρασκευής 21ης Δεκεμβρίου, ψηλά στο βουνό της Πάρνηθας, μαζί με άλλους μαυροφορεμένους, να περιμένουν την έλευση του Θεού Ηλιου.
Γιατί, μπορεί να μην το ξέρουν οι γονείς που τα παιδιά τους βρίσκονται στα χέρια της ΧΑ, αλλά η 21η Δεκεμβρίου, το “χειμερινό ηλιοστάσιο” είναι μια απ’ τις γιορτές των απανταχού πιστών του εθνικοσιαλισμού και του Χίτλερ. Είναι η μικρότερη ημέρα του χρόνου, και η αρχή που η ημέρα αρχίζει να μεγαλώνει, και ο ήλιος να παραμένει ορατός όλο και περισσότερο, μέχρι το θερινό ηλιοστάσιο του Ιουνίου, όταν η ημέρα θα αρχίζει και πάλι να μικραίνει. Αυτό γιορτάζουν οι νεοναζί όλης της γης. Περιμένουν να δουν το ξημέρωμα, για να ξεδιπλώσουν την σημαία με τη σβάστικα και για να σηκώνουν το χέρι στον χιτλερικό χαιρετισμό και να φωνάξουν στον θεό-Ήλιο που ανατέλει “Ζήτω η Νίκη”, πιστοί στην κληρονομιά του “τελευταίου μεγάλου ισόθεου του 20ού αιώνα”, δηλαδή του ίδιου του Χίτλερ αυτοπροσώπως. συνεχίζουν μ’ αυτόν τον τρόπο, τον δικό του “όρκο” στα πεπρωμένα της “φυλής και του αίματος” και ορκίζονται να πάρουν εκδίκηση.
Αλήθεια, τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί, γύρω στα 40, που καθημερινή ημέρα, ημέρα εργάσιμη, βράδυ Πέμπτης προς Παρασκευή πρωί, μπορούν να λείπουν απ’ τα σπίτια τους και τις οικογένειες τους, και να τρέχουν να περάσουν μια ολόκληρη νύχτα σε ένα βουνό για να ανεμίσουν τη σβάστικα και να χαιρετίσουν “Χάιλ Χίτλερ”; Μοιάζει στη φωτογραφία εκείνη, να είναι μια φυσιολογική παρέα, ο Κασιδιάρης, ένα νεαρό παιδί και 5 μεγάλοι άντρες με βλοσυρό ύφος και με το μίσος να λάμπει στα μάτια τους; Είναι φυσιολογικά πράγματα αυτά για ένα παιδί στην 3η δεκαετία της ζωής του;
Εχουν κι άλλες τέτοιες “ιερές μέρες”, όπως διάβασα στα βιβλία τους και στα περιοδικά τους. Μία είναι στις αρχές Φεβρουαρίου, κι άλλη μία στα μέσα Απριλίου. Πηγαίνουν στο γερμανικό νεκροταφείο, στο Διόνυσο, έγραψαν οι εφημερίδες, μαζί με Γερμανούς ομοϊδεάτες τους νεοναζί, και κάνουν τελετές πάνω από τους τάφους των Γερμανών στρατιωτών που είναι θαμμένοι εκεί. Ψάχνω να μάθω κι άλλα, αυτοί οι άνθρωποι είναι “μανούλες” στο να κρύβουν την αλήθεια, αλλά το δίκιο και η αλήθεια πάντα νικάνε στο τέλος.
Οπως, επίσης, δεν θα είναι το δικό μου παιδί, εκείνο, που όταν θα του κάνουν ποτέ -ευτυχώς στο πολύ μακρινό μέλλον, αφού το παιδί μου γλύτωσε προς το παρόν- το καθιερωμένο χριστιανικό μας τρισάγιο, αντί για τα γνώριμά μας καντήλια και θυμιατά και κόλλυβα και τις ευχές του παπά, που ξέρουμε όλοι απ’ τις γειτονιές μας, αντί γι’ αυτά τι είδαμε; Είδαμε να “τιμούν” τη μνήμη των αδικοχαμένων παιδιών με … ρούνες!

Ποιός γονιός, μεγαλωμένος στην εκκλησία της ενορίας του, γνωρίζει τι ακριβώς είναι η “ρούνα”; Η ρούνα, αυτό το σύμβολο που μοιάζει με αρχαιοελληνικό κεφαλαίο Ψ, φαίνεται και στη φωτογραφία, σχηματισμένη με κεριά, είναι σύμβολο του αρχαίου κελτικού αλφάβητου, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αποκρυφιστές του Τρίτου Ράιχ. Όλοι οι νεοναζί παντού στον κόσμο το χρησιμοποιούν. Ήταν το σήμα κάποιων μονάδων τωνΤαγμάτων Εφόδου SA της χιτλερικής Γερμανίας. Υπάρχουν στο ίντερνετ όλα αυτά, ο καθένας μπορεί να τα βρει και να διαβάσει. Δεν ξέρω ειλικρινά πως θα ένοιωθα, αν έκαναν τέτοιο πονηρό εξωχριστιανικό “τρισάγιο” στη μνήμη των δικών μας των παιδιών, χρησιμοποιώντας αυτήν την απάτη, να “κλείνουν το μάτι” στους μυημένους μόνο. Θα ήταν σαν να μου λένε κατάμουτρα «πάρτο απόφαση, είχε γίνει πιστός ακόλουθος της θρησκείας των ναζί και του Χϊτλερ, και αυτό δεν αλλάζει, ούτε μετά θάνατον». Τρομάζω και στη σκέψη μόνο, ειλικρινά.
Οπως επίσης, χαίρομαι σαν πατέρας, αλλά και λυπάμαι για λογαριασμό άλλων πατεράδων και για τα παιδιά τους, που δεν είναι το δικό μου παιδί ο πρωταγωνιστής σε μια άλλη μεγάλη απρέπεια, από την πλευρά της οργάνωσης ΧΑ. Όλοι έχετε δει εκείνη την φωτογραφία των δυο παιδιών, του Γιώργου και του Μάνου, να ποζάρουν αποφασισμένοι στον φακό. Θα μπορούσε να είναι το δικό μου παιδί στη θέση τους, και ήταν για ένα διάστημα. Είναι το ίδιο γεροδεμένος, ευπαρουσίαστος, με ωραίο ανάστημα, ο ιδανικός για να κρατάει τις σημαίες τους και τα σύμβολά τους. Έχει επίσης μια κάποια, καλή θα έλεγα μόρφωση, ξέρει να μιλάει και να εκφέρει σωστά το λόγο και τα επιχειρήματα, και συνεπώς θα ήταν ο ιδανικός για να τον δούμε να ανεβαίνει στην ιεραρχία της ΧΑ. Όταν, όμως, είδα να δείχνει μια ιδιαίτερη προτίμηση στα μαύρα μπλουζάκια, όπως αυτό στη φωτογραφία που το φοράει ο Μάνος, άρχισα να αναρωτιέμαι. Είναι απλά μόδα ή είναι “κώδικας ντυσίματος”; Γιατί έχουν τέτοιες εμμονές μ’ αυτά τα πράγματα; Και όλα αυτά τα γοτθικά γράμματα στα γερμανικά, τι λένε και τι συμβολίζουν;
Τώρα έμαθα. Αν δείτε τα παιδιά σας να πληρώνουν, ακριβά μάλιστα, για να αποκτήσουν μπλούζα της μάρκας LONSDALE, που το γράφει μάλιστα με μεγάλα γράμματα στο στήθος, μην το προσπεράσετε. Αυτή η μάρκα είναι ιδιαίτερη προτίμηση για όλους τους νεοναζί απανταχού στη γη, γιατί αν φορέσεις από πάνω μια ζακέτα λόγου χάριν, αυτό που θα φαίνεται, θα είναι περίπου τα γράμματα “NSDAP”, που ως γνωστόν είναι τα αρχικά του εθνικοσοσιαλιστικού χιτλερικού κόμματος. Γονείς, το νου σας! Δεν έχουμε καμιά δουλειά εμείς να διαφημίζουμε το γερμανικό νεοναζιστικό κόμμα, και να πληρώνουμε από πάνω τα πανάκριβα αυτά ρούχα!
Τα πράγματα είναι χειρότερα, με αυτό το μπλουζάκι που ανάφερα πριν, στην γνωστή φωτογραφία των 2 παιδιών, που έχει γίνει αφίσα, πόστερ, γιγαντοαφίσα σε εθνικές οδούς, εξώφυλλα και άλλα πολλά. Μπορεί τα δυο σκυλιά να μην χτυπάνε κανένα καμπανάκι, ειδικά στον ανυποψίαστο, αλλά η επιγραφή στα γερμανικά «Nicht schuldig [...] im Sinne der Anklage» με τα μικρά γράμματα δίπλα, πρέπει να χτυπήσει πολλά καμπανάκια. Σημαίνει «Αθώος [...] υπό την έννοια του κατηγορητηρίου» και ήταν η τυποποιημένη φράση που είπαν όλοι οι κατηγορούμενοι ηγέτες του χιτλερικού κόμματος στις δίκες της Νυρεμβέργης, όπως ο Χέρμαν Γκέρινγκ και ο Ρούντολφ Εςς κ.ά.. Ανάμεσά τους δεν ήταν ο Χϊτλερ, γιατί πρόλαβε και αυτοκτόνησε. Αλλά αν ήταν, κι αυτός θα την έλεγε τη φράση αυτή. Και αυτή η φράση είναι μυστικός κώδικας ανάμεσα στους νενοναζί ανά την υφήλιο και σημαίνει ουσιαστικά την πίστη τους στον ναζισμό. Πως πιστεύουν στην “κληρονομιά” των Χίτλερ, Γκέμπελς, Γκέρινγκ, Εςς κ.λπ και πως δεν διστάζουν να δηλώνουν κι αυτοί πιστοί «υπό την έννοια του κατηγορητηρίου», αν δηλαδή κάποιος τους πει Ναζί. Είναι σαν να λένε “Ναι, είμαστε Ναζί, Τιμή μας και καμάρι μας”.

Αυτά όλα τα έχουν γράψει και δημοσιογράφοι και υπάρχουν πολύ αναλυτικά σε ένα άρθρο μιας εφημερίδας, εδώ:

Τα παιδιά που τα σκότωσαν οι αδίστακτοι ακροαριστεροί τρομοκράτες, που στη θέση τους θα μπορούσαν να βρεθούν πολλά άλλα παιδιά, παιδιά δικά μας, έφυγαν άδικα, πριν προλάβουν να ζήσουν. Φυσικοί αυτουργοί ήταν αυτοί που σήκωσαν το όπλο. Υπάρχουν όμως και ηθικοί αυτουργοί, υπάρχουν και άλλοι υπεύθυνοι. Κάποια παιδιά προορίζονται να γίνουν “τακτικά μέλη”, όπως διάβασα και εδώ
Θα τους ζητήσουν να ασπαστούν δοξασίες και μιας άλλης θρησκείας και να ορκιστούν σε ξένα “ιδεώδη” και σε ξένες δοξασίες. Θα τους ζητήσουν να κάνουν, όπως τις λένε, “πολύμορφες νυχτερινές δράσεις“, και να περάσουν “διαβολοβδομάδες“, για αν αποδείξουν ότι μπορούν να γίνουν “στρατιώτες του εθνικσοσιαλισμού“. Τρέμω στην ιδέα, ότι στην θέση των κατηγορουμένων στις πρόσφατες δίκες για τις αιματηρές επιθέσεις σε ξένους, σε λαθρομετανάστες, αλλά και σε Έλληνες άλλων πολιτικών πεποιθήσεων, θα μπορούσε να είναι και το δικό μου παιδί, και να περνάμε τώρα έναν Γολγοθά. Γιατί, κανένας απ’ αυτούς τους κυρίους δεν υπολογίζει και το αντίθετο. Οτι μπορεί σε μια συμπλοκή που γίνεται για να αποδείξει ο “υποψήφιος” ότι αξίζει το “αίμα και την τιμή”, τελικά να γίνει εκείνος θύμα από θύτης.
Ο δικός μου ο γιος γλύτωσε, και τώρα δεν θέλει να ξανακούσει για τη Χρυσή Αυγή. Κι αυτού του είχαν υποσχεθεί ότι θα του βρουν δουλειά και ότι θα τον τακτοποιήσουν οικονομικά. Στις αρχές έδινε συνδρομή στη ΧΑ, και μου έλεγε πόσο εντύπωση του έκανε, διάφοροι εκεί μέσα, να μην εργάζονται, να τρέχουν όλη μέρα για τις δουλειές της ΧΑ, και να μην έχουν οικονομικό πρόβλημα κανένα. Κι άλλα παιδιά θα έχουν πέσει σ’ αυτήν την ανάγκη. Διαβάζω ότι ο αρχηγός τους δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του, Οτι ο Λαγός τα τελευταία 20 χρόνια, ζήτημα αν δούλεψε 2 ή 3 απ’ αυτά. Οτι ο Πατέλης ήταν άεργος αλλά μπορούσε να δίνει καθημερινά 10 και 20 ευρώ χαρτζιλίκι στα παιδιά του. Κι οδολοφόνος Ρουπακιάς, που νόμιζε ότι θα έλυνε το βιοποριστικό του πρόβλημα, είδαμε που κατέληξε. Στην υγειά των κορόιδων, άλλοι περνάνε μεγάλή ζωή και οι “τελευταίες τρύπες του ζουρνά” πληρώνουν τον λογαριασμό, θυσιάζοντας το μέλλον τους και το μέλλον των παιδιών τους. Στον Ρουπακιά, όχι μόνο δικηγόρο δεν του έβαλαν, όχι μόνο του είπαν “κόψε το λαιμό σου”, αλλά η γυναίκα του, όπως διαβάσαμε στις εφημερίδες, είναι υποχρεωμένη να ζητιανεύει και να παρακαλάει για 50 ευρώ, για να του δώσει να έχει μες στη φυλακή! Ωραία “μεγάλη ζωή” του υποσχέθηκαν! Αλλά την πληρώνουν τώρα αθώοι άνθρωποι, και κυρίως τα ανήλικα παιδιά του. Μπράβο σας!
Δεν τα θέλουμε τα λεφτά τους, όπως δεν θέλουμε το “αίμα” τους και την ανύπαρκτη “τιμή” τους. Τα λεφτά τους είναι ματωμένα, και στα χέρια τους έχει πέσει πολύ αίμα, αθώων ανθρώπων και ανυποψίαστων περαστικών. Δεν χρειαζόμαστε τη βία και το μίσος, είδαμε που οδηγούν αυτά. Στο θάνατο και στο θρήνο και στην απουσία των αγαπημένων μας προσώπων.
Κύριε Φουντούλη, διάβασα ότι αποδεχτήκατε την πρόταση της ΧΑ για να γίνετε ευρωβουλευτής, και είπατε ότι αν εκλεγείτε, θα αγωνιστείτε για τα δικαιώματα των θυμάτων της τρομοκρατίας και των οικογενειών τους, και για τα δικαιώματα των Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες. Οι σκοποί σας είναι ευγενείς, οπωσδήποτε, αλλά είστε βέβαιος ότι επιλέξατε τους κατάλληλους ανθρώπους για να αγωνιστείτε μαζί τους; Τρομοκρατία δεν είναι και οι επιθέσεις σε ανυποψίαστους περαστικούς επειδή είναι ή μοιάζουν ξένοι ή αναρχικοί ή ροκάδες και φρικιά, όπως λέγαμε κι εμείς παλιά, ή επειδή είναι μελαχρινοί και σκούροι; Δεν τα ξέρετε αυτά, πως είναι απαραίτητη προϋπόθεση του μυημένου χρυσαυγίτη, το να αποδείξει ότι δεν τον φοβίζει η βία; Είδα να γράφουν στο ίντερνετ, με πολλά στοιχεία κι αποδείξεις, πάνω-κάτω, όσα έχω μάθει κι εγώ όλον αυτόν τον καιρό που ασχολούμαι να μάθω τα ενδότερα της κρυφής οργάνωσης, και συμφωνούν απολύτως. Δείτε και μόνος σας:
Για τα ΑμΕΑ και τους ψυχικά ασθενείς και τους ναρκομανείς, δεν έχετε διαβάσει τους σκοπούς της οργάνωσης, ότι δηλαδή αφού “μολύνουν την ράτσα”, δεν είναι άσχημη ιδέα να εφαρμοστούν πάνω τους “πρακτικές διοικητικής ιατρικής“; Διαβάστε εδώ, το “Βήμα” τα λέει, δεν τα λέω εγώ:
Εσείς δεν είσασταν που λέγατε «Μας έφαγαν το παιδί εκεί. Τους έκαναν πλύση εγκεφάλου εκεί»; Και τώρα, τους εξουσιοδοτείτε να συνεχίσουν το καταστροφικό τους έργο, να καταστρέψουν κι άλλες ζωές, και μάλιστα στο όνομα και στη μνήμη του αδικοχαμένου βλασταριού σας; Δεν το χωράει το μυαλό μου αυτό, ειλικρινά.
Και θα επιτρέψετε να γίνουν όλα αυτά, την στιγμή που αδίστακτα ασελγούν στη μνήμη των δυο παιδιών; Και να “κλείνουν το μάτι” στους μυημένους μόνο, με τις ρούνες, τα σκυλιά και τις απολογίες απ’ τη Νυρεμβέργη και τις “ιερές μυστικιστικές επαιτείους”;
Ευτυχώς, σκέφτομαι, που η τύχη τα ‘φερε και δεν είμαι στη θέση σας, γιατί εγώ και κανένας στην οικογένειά μας δεν θα τα ανεχόταν αυτά τα πράγματα, τη στιγμή μάλιστα της χειρότερης δοκιμασίας που μπορεί να περάσει ένας γονιός, όταν πρέπει να μάθει να ζει με τον άδικο χαμό του γιου του.

Μια τελευταία κουβέντα, προς τους γονείς:
- “Γνωρίστε” τα παιδιά σας. Μάθετε τι τα απασχολεί και τι υπάρχει στο μυαλό τους. Ποτέ δεν είναι αργά να διορθωθεί η πορεία σε ένα κακό μονοπάτι, μια κακοτοπιά. Ανοίξτε συζητήσεις μαζί τους, κάντε τους ερωτήσεις. Ο κίνδυνος είναι μεγάλος και δεν είναι ορατός γιατί είναι πολύ καλά καμουφλαρισμένος. Οταν αποκαλυφτεί, μπορεί και να είναι αργά. Αυτή η οργάνωση έχει καταστρέψει πολλές ζωές, τόσο των “αντιπάλων” της, όσο και των “δικών” της. Μην αφήνετε κάποιους παρανοϊκούς και γεμάτους μίσος και μανιακούς με την εξουσία να χρησιμοποιήσουν τα παιδιά σας για τους δικούς τους καταστρεπτικούς σκοπούς και επιδιώξεις.
Μην έχετε την παραμικρή αμφιβολία, ότι έχουν στόχο τα παιδιά μας, γιατί τα χρειάζονται σαν “εργαλεία” και σαν “πιστούς ακόλουθους” που ποτέ δεν φέρνουν αντιρρήσεις. Άλλωστε, μόνοι τους το είχαν πει, πριν πολλά χρόνια, όταν δεν τους ήξερε κανείς. Το αποκάλυψε αυτό μια εξαιρετική χριστιανική ιστοσελίδα, που δίνει τις δικές της χριστιανικές μάχες, για να περιορίσει τη διασπορά του κακού. Ο επονομαζόμενος και “ΝτόκτωρΓκέμπελς” της Χρυσής Αυγής, έγραφε το 2000:
- «Θα πάρουμε τα παιδιά σας».
Τα γράφει όλα εδώ:
Μην τους αφήσετε να γίνει το δικό τους.
Σώστε τα παιδιά σας, μην αφήνετε να σας τα πάρουν,
αυτή είναι η τελευταία μου κουβέντα,
και ο Θεός μαζί σας, να σας φωτίσει ελπίζω όπως φώτησε κι εμένα, δόξα το Θεό.

Υπογραφή:
Ενας ανήσυχος πατέρας τριών παιδιών.

*******************
Δεν υπάρχει τίποτα για να προστεθεί από εμάς.

Αναδημοσίευση από http://xyzcontagion.wordpress.com/

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

ΤΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΤΗΣ «ΕΘΝΟΣΩΤΗΡΙΟΥ»: Εφτά χρόνια αρπαχτή

Του Ιού της Ελευθεροτυπίας

Στους έντονα αντικοινοβουλευτικούς καιρούς μας, ένα δόλιο φάντασμα πλανιέται στον αέρα: ο ισχυρισμός περί «τιμιότητας» των δικτατόρων που κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία το 1967 για να την επιστρέψουν πριν από 36 χρόνια, σαν βρεγμένες γάτες, «στους πολιτικούς».
Πρόκειται βέβαια για μύθο, θεμελιωμένο στη μίζερη εικόνα των επιζώντων «πρωταιτίων» – αφού πρώτα έχασαν την εξουσία, στερήθηκαν όσα είχαν παράνομα καρπωθεί και υπέστησαν τις οικονομικές συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσής τους. Ακόμη κι αυτή η εικόνα δεν αφορά, ωστόσο, παρά ελάχιστους πρωτεργάτες της δικτατορίας. Αγνοεί την οικονομική ευμάρεια πάμπολλων μεσαίων ή «πολιτικών» στελεχών της, που η νομική κατασκευή περί «στιγμιαίου αδικήματος» άφησε παντελώς ατιμώρητα ν’ απολαμβάνουν τα αποκτήματά τους.
Την επιβίωση του μύθου διευκολύνει η χαώδης διαφορά του τότε με το σήμερα, όσον αφορά τη δυνατότητα δημόσιας συζήτησης για παρόμοια ζητήματα. Επί χούντας η ραδιοτηλεόραση ήταν κρατική (κι αυστηρά προπαγανδιστική), ενώ ο Τύπος περνούσε από δρακόντεια λογοκρισία. Οποιαδήποτε έρευνα ή ακόμη και νύξη για κρατικά σκάνδαλα ήταν απλά αδιανόητη. χαρακτηριστικό το κύριο άρθρο του Γιάννη Καψή στον «Ταχυδρόμο» (24.5.74), όταν η δικτατορία Ιωαννίδη δημοσιοποίησε το (παπαδοπουλικό) «σκάνδαλο των κρεάτων»:
«Δεν είναι καινούρια η υπόθεση. Μήνες ολόκληρους οι φήμες οργίαζαν. Κι όμως κανείς δεν τολμούσε. Κανείς δεν είχε το θάρρος να μεταβάλη τον ψίθυρο σε καταγγελία. Κι όσο οι φήμες απλώνονταν, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερους υπεύθυνους και μη, τόσο μεγάλωνε κι ο φόβος μήπως θίξουμε τα κακώς κείμενα. Ηταν μια ‘συνωμοσία κραυγαλέας σιωπής’, χάρη και στη δρακόντεια νομοθεσία που ρυθμίζει -και συμπιέζει- την ενάσκηση του λειτουργήματός μας».
Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Τύπος ξεχείλισε βέβαια από πληροφορίες για σκάνδαλα της χουντικής επταετίας. Ομως αυτά θεωρούνταν τότε -και σωστά- απλές παρωνυχίδες μπροστά στα υπόλοιπα εγκλήματα της δικτατορίας.
Απολαβές και «ασυλία»
Το πρώτο πράγμα που φρόντισαν να κάνουν οι ηγέτες της χούντας, ήταν να αυγατίσουν τα εισοδήματά τους –σε σχέση όχι μόνο με τους ώς τότε δημοσιοϋπαλληλικούς μισθούς τους, αλλά και με τις απολαβές της ανατραπείσας κοινοβουλευτικής «φαυλοκρατίας». Με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά- ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα» 5.10.73).
Ακολούθησαν κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο πραξικόπημα με ειδική ρύθμιση του 1970 («Πολιτικά Θέματα» 8.2.75).
Οι δικτάτορες θεσμοθέτησαν τέλος τη μελλοντική ασυλία τους, με ρυθμίσεις που κάνουν τα σημερινά κουκουλώματα να μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι. Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» (Ν.Δ. 802 της 30.12.1970) περιείχε «μεταβατική διάταξη» (§ 48) βάσει της οποίας δίωξη υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των ...συναδέλφων τους. Επιπλέον, όλα τα «εγκλήματα δια τα οποία δεν ησκήθη ποινική δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» της μελλοντικής Βουλής, θεωρούνταν αυτομάτως παραγεγραμμένα!
Προϋπόθεση για την ατιμωρησία συνιστούσε, φυσικά, η επιτυχία της ελεγχόμενης επιστροφής στον κοινοβουλευτισμό «αλά τουρκικά». Η εξέγερση του Πολυτεχνείου τίναξε όμως το εγχείρημα στον αέρα, με αποτέλεσμα τον κάθετο θεσμικό διαχωρισμό της Μεταπολίτευσης απ’ το προηγούμενο καθεστώς.
Τα μαύρα κρέατα
Το μόνο σκάνδαλο που εκκαθαρίστηκε δικαστικά επί χούντας, αποκαλύφθηκε για λόγους προπαγανδιστικής «νομιμοποίησης» της ανατροπής του Παπαδόπουλου απ’ τον Ιωαννίδη. Πρόκειται για την (κυριολεκτικά δύσοσμη) «υπόθεση των κρεάτων», με βασικούς κατηγορούμενους τον πρώην υφυπουργό Εμπορίου Μιχαήλ Μπαλόπουλο και το Γεν. Διευθυντή του Υπουργείου (και διορισμένο πρόεδρο της ΑΔΕΔΥ) Ζαφείριο Παπαμιχαλόπουλο.
Το κατηγορητήριο αφορούσε ποικίλες παρανομίες, με κυριότερη τη «δωροληψία κατά συρροήν» από μεγαλεμπόρους για τη μονοπωλιακή εξασφάλιση αδειών εισαγωγής κρέατος –με αποτέλεσμα παράνομες ανατιμήσεις («καπέλα») σε βάρος των καταναλωτών. Επιμέρους πτυχή του σκανδάλου συνιστούσε η απαγόρευση διάθεσης ντόπιων ζώων, ώστε να πουληθούν τα προβληματικά κρέατα Αργεντινής που «μαύριζαν» και «δεν τάθελε ο κόσμος». Στη δίκη πρόκυψε ανάμιξη του Παττακού – αναγνώστηκε, μάλιστα, και διαταγή του (21.9.72) «όπως διατεθούν το ταχύτερον εις την κατανάλωσιν» τα επίμαχα προϊόντα.
Ο Μπαλόπουλος καταδικάστηκε σε 3,5 χρόνια φυλάκιση, ποινή που το 1976 μειώθηκε σε 14 μήνες. Δεν διώχθηκε, αντίθετα, για την επίδοση που τον έκανε ευρύτερα διάσημο: το «μπαλόσημο» που (φέρεται να) εισέπραττε ως γραμματέας του ΕΟΤ, με το παρατσούκλι «ο κύριος 10%».
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές ημερολογιακές εγγραφές του διπλωμάτη Γεωργίου Χέλμη, γαμπρού του Μαρκεζίνη. «Φαίνεται πως συνελήφθη ο Μπαλόπουλος, πρώην του Τουρισμού, για οικονομικά σκάνδαλα και καταδιώκεται ο Παύλου, γαμπρός του Παττακού, επίσης για οικονομικά σκάνδαλα (υπόθεσις κρεάτων)», σημειώνει στις 21.1.74, για να συμπληρώσει στις 5.2: «Για τα σκάνδαλα, πιστεύει ο Μομφεράτος ότι τίποτε δεν πρόκειται να προωθήσουν, διότι φοβούνται να έλθουν εις αντιθέσεις και, άλλωστε, δεν έχουν μάρτυρες να καταθέσουν». Με τη δημοσιοποίηση της δίωξης, εκτιμά τέλος «ότι κατά την δίκη θα προκύψουν και στοιχεία για άλλες υποθέσεις (ίσως σκάνδαλα στον τουρισμό κά)» («Ταραγμένη διετία», Αθήνα 2006, σ.123, 129 & 161).
Η «νέα φαυλοκρατία»
Η δυσοσμία δεν περιοριζόταν ωστόσο στα κρέατα. Επτά μήνες μετά το πραξικόπημα, ο εκδότης του «Ελεύθερου Κόσμου» (και κεντρικός προπαγανδιστής της χούντας) Σάββας Κωσταντόπουλος εξομολογείται γραπτά στον παλιό του πάτρωνα Κωνσταντίνο Καραμανλή: «Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να μνημονεύσω και ένα άλλο εκτάκτως λυπηρόν φαινόμενον. Ενεφανίσθη και αναπτύσσεται μία νέο-φαυλοκρατία (ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών, ατομική προβολή κοκ)» («Αρχείο Καραμανλή», τ.7ος, σ.50).
Παρά τη στενή σχέση του με το καθεστώς, ο Κωσταντόπουλος διατήρησε την ίδια γνώμη μέχρι τέλους. Αναλύοντας το Δεκέμβριο του 1973 στον Καραμανλή την ανατροπή του Παπαδόπουλου, τονίζει πως «είχε υποστεί το καθεστώς και αυτός προσωπικώς ηθικήν φθοράν εις την συνείδησιν των Ενόπλων Δυνάμεων. Μεγάλην ζημίαν του έκαμε η σύζυγός του και ο ταξίαρχος Μ. Ρουφογάλης, τον οποίον είχε τοποθετήσει εις την ΚΥΠ. Εκαμαν προκλητικάς ενεργείας (εντυπωσιακοί γάμοι, θορυβώδεις δεξιώσεις, δημόσιαι εμφανίσεις με μεγαλοπλουσίους, επίδειξις πλούτου κλπ). Μοιραίον ρόλον έπαιξαν και οι γαμβροί ωρισμένων παραγόντων του καθεστώτος (του κ. Σ. Παττακού και άλλων). Εδημιουργήθη μία αποπνικτική ατμόσφαιρα σκανδάλων δια την οποίαν δεν δυνάμεθα ακόμη να γνωρίζωμεν μέχρι ποίου σημείου ανταπεκρίνετο εις την πραγματικότητα. Πάντως, αντιστοιχία υπήρχε οπωσδήποτε» (όπ.π., σ.203-5).
Παρόμοια αίσθηση αναδύουν κι οι επιστολές του «γεφυροποιού» Ευάγγελου Αβέρωφ προς τον Καραμανλή: «κυκλοφορούσαι φήμαι περί μεγάλων ή μικρών σκανδάλων (δημοπρασίαι τηλεοράσεως, ΟΛΠ, σύμβασις Reynold’s, βέβαιοι μικρολοβιτούραι Ματθαίου και άλλα)» (14.10.68), «ανησυχία» του Παπαδόπουλου για «τα γύρω του σκάνδαλα, το ξεχαρβάλωμα της Διοικήσεως» (28.10.72).
Ιδια γεύση και στη συνομιλία του νεαρού -τότε- πολιτικού επιστήμονα Θεόδωρου Κουλουμπή με τον παλαίμαχο μεταξικό υπουργό Ασφαλείας, Κωνσταντίνο Μανιαδάκη (27.8.71): «Και για το στρατό; τον ρώτησα. Η απάντησή του ήταν να τρίψει τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, υπονοώντας ότι δωροδοκούνται» («Σημειώσεις ενός πανεπιστημιακού», σ.116-7).
Ειδική πτυχή της «νεοφαυλοκρατίας» αποτέλεσε η ποικιλότροπη «τακτοποίηση» του συγγενικού περιβάλλοντος των δικτατόρων:
* Ο Μακαρέζος διόρισε υπουργό Γεωργίας (κι αργότερα Βορείου Ελλάδος) τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου.
* Ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ και τον άλλο Γ.Γ. Κοινωνικών Υπηρεσιών.
* Ο γαμπρός του Παττακού Αντρέας Μεϊντάσης επιδόθηκε σε μπίζνες με το Δήμο Αθηναίων –από την κατασκευή του υπόγειου γκαράζ της Κλαυθμώνος μέχρι μια τεχνική μελέτη αξιοποίησης δημοτικού ακινήτου, ύψους 1.109.000 δρχ.
* Τα αδέρφια του αρχηγού βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος ως στρατιωτικός ακόλουθος, Γ.Γ. του Υπ. Προεδρίας, Περιφερειακός Διοικητής Αττικής και «υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ». Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική ιεραρχία για να αναλάβει Γ.Γ. Δημ. Τάξεως. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα βαθμοφόρου υφισταμένου του, «μένει γνωστός σαν ‘μπον φιλέ’ γιατί, τυλιγμένος σε χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ.118).
Ειδική κατηγορία σκανδάλων συνιστούν οι ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις «ημετέρων». Τον πρώτο καιρό μετά τη μεταπολίτευση το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τα ΜΜΕ, για προφανείς όμως λόγους οι σχετικές κατηγορίες ουδέποτε ερευνήθηκαν σε βάθος. Αποκαλυπτικά είναι δυο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μιχαήλ Ρουφογάλη που αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29.8 και 12.9.74), με το ενδοκαθεστωτικό φακέλωμα «δανείων άτινα θεωρούνται χαριστικά ή επισφαλή», καθώς και των παραγόντων που «παρενέβησαν» για τη χορήγησή τους. Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων ήταν 1.519.000.000 δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644.000.000 δρχ.
Ενδιαφέρουσα και η εμπιστευτική ενημέρωση του Χαρίλαου Χατζηγιάννη, προσωπικού φίλου του δικτάτορα, προς τον αυλάρχη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου (25.11.70): «Αυξάνεται η επιρροή της Δέσποινας [Παπαδοπούλου], του Ρουφογάλη και του Φραγκίστα. Η Δέσποινα ανακατεύεται σε όλα και, αναμφισβήτητα, επηρεάζει τον άντρα της. Ακόμη και η κόρη της παίζει ρόλο. Μιλούν και για οικονομικά συμφέροντα. Ο Λαδάς φώναξε τον Χατζηγιάννη και του συνέστησε, φιλικά, να διαφωτίσει τον Παπαδόπουλο» (Λεωνίδας Παπάγος, «Σημειώσεις 1967-1977», Αθήνα 1999, σ.296).
Η Ντόλτσε Βίτα
Την εικόνα συμπληρώνουν, από διαφορετική οπτική γωνία, οι αναμνήσεις της Ντέλλας Ρουφογάλη, φωτομοντέλου που το 1973 παντρεύτηκε το διοικητή της ΚΥΠ: «Αρχίζω να ράβω την καινούρια μου γκαρνταρόμπα στους μετρ της ραπτικής για τους οποίους μέχρι τώρα έκανα επιδείξεις. Η ζωή μου έχει αλλάξει τελείως, το ίδιο και η συμπεριφορά όλων απέναντί μου. Μου φέρονται με έκδηλο σεβασμό και τα κοπλιμέντα τους είναι υπερβολικά. Αλλά μου αρέσει. Εγώ εξακολουθώ να φέρομαι φιλικά προς τους παλιούς γνωστούς και τους κανούριους, πλούσιους φιλοχουντικούς επιχειρηματίες που πληθαίνουν μέρα με τη μέρα μαζί με τα ραβασάκια για ρουσφέτια. Αισθάνομαι πως έχω υποχρέωση να εξυπηρετήσω τους πάντες. Ο Μιχάλης συνήθως δεν αρνείται. Γεύομαι τη δύναμη της εξουσίας, και με μαγεύει» (σ.85-6).
Στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Βέροια, «έρχονται πολλοί να με δουν. Γνωστοί και άγνωστοι. Ο πατέρας μου μου δίνει πακέτο τα σημειωματάκια με τα ρουσφέτια που ζητούσαν οι γνωστοί του όλο αυτό τον καιρό και εγώ του υπόσχομαι ότι κάτι θα προσπαθήσω να κάνω». Μεταξύ των αιτημάτων που ικανοποίησε, γράφει, ήταν και η απονομή χάριτος (απ’ τον Παπαδόπουλο) σ’ ένα συντοπίτη της εξαγωγέα, πρώην «μεγάλο ποδοσφαιριστή της τοπικής ομάδας», που είχε καταδικαστεί «με αποδείξεις» για κατασκοπεία υπέρ της Βουλγαρίας (σ.89).
Τους αρραβώνες του ζεύγους τίμησαν «επιλεγμένοι εξωκυβερνητικοί παράγοντες», όπως οι επιχειρηματίες Λάτσης και Κιοσέογλου. «Την επόμενη βδομάδα καινούρια δώρα, καινούριες ανθοδέσμες, φρέσκα ψάρια απ’ όλα τα νησιά της Ελλάδας, κούτες με το καλύτερο χαβιάρι της Περσίας και παγωμένα καβούρια της Αλάσκας καταφθάνουν στο σπίτι. Δεν ξέρω τι να τα κάνω» (σ.88).
Στο γάμο τους, πάλι, παραβρέθηκαν «ο Παύλος Βαρδινογιάννης, ο εφοπλιστής Θεοδωρακόπουλος με το γιο του τον Τάκη, ο Κώστας Δρακόπουλος των διυλιστηρίων, ο Νίκος Ταβουλάρης των ναυπηγείων, το ζεύγος Μποδοσάκη, ο Αγγελος Κανελλόπουλος των τσιμέντων ‘Τιτάν’ με τη γυναίκα του, ο Τομ Πάππας, ο Γ. Λύρας, ο Γιώργος Ταβλάριος, εφοπλιστής από τη Νέα Υόρκη με τη γυναίκα του και ο Γιάννης Λάτσης με τη μεγάλη του κόρη, αφού η γυναίκα του την ίδια μέρα πάντρευε την ανηψιά της σε άλλη εκκλησία» (σ.95).
Εύγλωττη για τις στενές σχέσεις χουντικής ηγεσίας και μεγαλοκαπιταλιστών είναι η περιγραφή ενός ιδιωτικού ταξιδιού της Ντέλλας με τη Δέσποινα Παπαδοπούλου στο Παρίσι: «Μένουμε σε μεγάλες σουΐτες στο Intercontinental. Ερχονται να μας επισκεφθούν με το τραίνο από τη Γενεύη ο Γιάννης Λάτσης και η σύζυγός του Εριέτα. Είναι πολύ φίλοι της Δέσποινας. [...] Πηγαίνουμε σε όλα τα καλά μαγαζιά της Φομπούρ Σεντ Ονορέ. Η Δέσποινα έχει αφεθεί στο γούστο μου. [...] Λόγω της παρατεταμένης κακοκαιρίας, πηγαίνουμε οδικώς στις Βρυξέλλες με λιμουζίνα που μας έστειλε ο Ωνάσης» (σ.87).
Οι επαφές αυτές δεν ήταν αυστηρά κοινωνικές. Λίγο μετά το Πολυτεχνείο, π.χ., το ζεύγος Ρουφογάλη τρώει στο σπίτι του με το Λάτση. Αρχηγός της ΚΥΠ κι εφοπλιστής «συζητούν για τα διϋλιστήρια και τα προβλήματα που έχει». Μετά το τέλος της κουβέντας, ο δεύτερος προθυμοποιείται να συνοδεύσει τη γυναίκα του πρώτου στο Λονδίνο, για κάποιες ιατρικές εξετάσεις (σ.100).
Μια στιχομυθία του Ρουφογάλη φωτίζει, τέλος, καλύτερα την τυχοδιωκτική διαχείριση του δημόσιου πλούτου από τα ηγετικά στελέχη της χούντας:
«Ενα βράδυ ο Χρήστος Μίχαλος, τότε υπουργός, μισοαστειευόμενος, του λέει ότι τώρα που παντρεύτηκε θα πρέπει να κάνουν καμιά δουλειά να εξασφαλίσουν το μέλλον τους, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Ο Μιχάλης, ατάραχος, του λέει να μην ανησυχεί. ‘Οσο είμαστε στα πράγματα δεν μας χρειάζονται λεφτά και, αν πέσουμε, τα λεφτά δεν θα μας σώσουν’. Ξεσπάει σε γέλια. Εγώ παγώνω, μαζί μου κι ο Μίχαλος» (σ.98).
Οι συμβάσεις
Το φιλέτο των σκανδάλων της «επταετίας» υπήρξαν ωστόσο οι μεγάλες «αναπτυξιακές» συμβάσεις της περιόδου.
* Η πρώτη υπογράφηκε με την αμερικανική πολυεθνική Litton (15.5.67), για «παροχήν υπηρεσιών οργανώσεως και διεκπεραιώσεως της οικονομικής αναπτύξεως ορισμένων περιοχών εις Κρήτην και Δυτικήν Πελοπόννησον» (ΦΕΚ 1972/Α/88). Είχε προταθεί το 1966 απ’ την κυβέρνηση των αποστατών (κυρίως τον Μητσοτάκη), αλλά η Βουλή δεν τόλμησε να την ψηφίσει. Η Litton θα εισέπραττε όλα τα έξοδα που έκανε «βοηθώντας» το δημόσιο (συν κέρδος 11%) και προμήθεια 2% επί των κεφαλαίων (ή των δανείων) που θα έφερνε, θεωρητικού ύψους 800.000.000 δολαρίων. Ως «προκαταβολή», το δημόσιο της κατέβαλε 1.200.000 δολάρια.
Στην πράξη, η εταιρεία αρκέστηκε να ξεκοκκαλίζει τα ποσοστά επί των ...εξόδων της: «Το κέρδος μας είναι φυσικά δυσανάλογα μεγάλο», παραδεχόταν (στις ΗΠΑ) ο υπεύθυνος του προγράμματος, «επειδή δεν έχουμε κάνει βασική επένδυση. Η επένδυση είναι το καλό μας όνομα». Τελικά η σύμβαση λύθηκε στις 15.10.69, με καταβολή από το κράτος των δαπανών της εταιρείας -συν 11%- ακόμη και κατά την ...«περίοδο τερματισμού» (ΦΕΚ 1969/Α/268). Επίσημη δικαιολογία: «αι ελληνικαί υπηρεσίαι είναι εις θέσιν να συνεχίσουν άνευ ειδικής εξωτερικής βοηθείας τας προσπαθείας δια την ανάπτυξιν» (Βήμα, 16.10.69).
* Απίστευτα επαχθής ήταν και η σύμβαση για την κατασκευή της Εγνατίας, που ο Μακαρέζος υπέγραψε με τον αμερικανό εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ (ΦΕΚ 1969/Α/15). Το δημόσιο έβαζε 45 απ’ τα 150 εκατομμύρια δολάρια του έργου, «διευκόλυνε» τον «επενδυτή» με ομόλογα 80.000.000 κι εγγυόταν για τα δάνειά του. Το έργο θα γινόταν από έλληνες υπεργολάβους, ενώ ο «ανάδοχος» θα φρόντιζε απλώς για μελέτες και δάνεια, εισπράττοντας αμοιβή 14% επί των εξόδων (συμπεριλαμβανόμενης της δημόσιας χρηματοδότησης!) – τα 4.500.000 δολάρια «εν είδει προκαταβολής». «Εάν κατά την διάρκειαν της μελέτης ήθελεν διαπιστωθή» από τον ίδιο πως 150 εκατομμύρια δεν αρκούν, μπορούσε είτε να ψάξει γι’ άλλα είτε απλά να «θεωρηθή εκτελέσας την σύμβασιν άμα τη συμπληρώσει της κατασκευής τμήματος της οδού, ούτινος η αξία ανέρχεται εις δολλ. ΗΠΑ 150.000.000» (άρθρο 1§4). Τελικά, δε βρήκε ούτε τα προβλεπόμενα κι έφυγε, αφού το δημόσιο επιβαρύνθημε με 1 ½ δις δρχ.
* Ο ελληνοαμερικανός Τομ Πάππας ήταν ήδη παρών με το διϋλιστήριο της ESSO στη Θεσσαλονίκη, επένδυση του 1962 που είχε καταγγελθεί ως σκανδαλωδώς προνομιακή. Το Μάιο του 1972, η χούντα τον απάλλαξε από τις αντισταθμιστικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, για ανέγερση έξι αγροτοβιομηχανικών μονάδων σε διάφορα σημεία της χώρας (ΦΕΚ 1972/Α/72). Του έδωσε και άδεια για τα εργοστάσια της Coca Cola, που οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις δεν ενέκριναν, ως ανταγωνιστικά προς τη ντόπια παραγωγή αναψυκτικών (ΦΕΚ 1968/Α/201).
Θερμός υποστηρικτής της χούντας, ο Πάππας πρωταγωνίστησε ως γνωστόν στο «ελληνικό Γουτεργκέιτ», ανακυκλώνοντας κονδύλια της CIA για το χρηματισμό του Νίξον απ’ τους δικτάτορες. Ενας προσωπάρχης του με σκανδαλώδες παρελθόν, ο Παύλος Τοτόμης, διορίστηκε το 1967 υπουργός Δημόσιας Τάξης και κατόπιν πρόεδρος της ΕΤΒΑ.
* Μητέρα όλων των μαχών υπήρξε ωστόσο το ντέρμπι των μεγιστάνων (Ωνάσης, Νιάρχος, Βαρδινογιάννης, Ανδρεάδης, Λάτσης κ.ά) για το 3ο διϋλιστήριο της χώρας. Ο Παπαδόπουλος τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ του Ωνάση, σε βίλα του οποίου (στο Λαγονήσι) έμενε αντί συμβολικού ενοικίου, ενώ ο Μακαρέζος υπέρ του Νιάρχου. Η σύγκρουση έφτασε στα άκρα, με απόπειρες πραξικοπημάτων κι έκτακτους ανασχηματισμούς. Τελικά ο Ωνάσης τα παράτησε, ακυρώνοντας τη «μεγαλειώδη» σύμβαση που είχε υπογράψει και παίρνοντας πίσω την εγγύησή του, το 3ο διϋλιστήριο μοιράστηκε μεταξύ Ανδρεάδη και Λάτση (ΦΕΚ 1972/Α/130) κι ένα 4ο παραχωρήθηκε στο Βαρδινογιάννη (ΦΕΚ 1972/Α/181).
Μια λεπτομέρεια αυτής της τιτανομαχίας, από την εμπιστευτική ενημέρωση Χατζηγιάννη προς τον Παπάγο (25.11.70), παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με βάση τα σημερινά δεδομένα:
«Σε άλλο υπουργικό συμβούλιο, παραβρισκόταν ο Καρδαμάκης, ο οποίος εισηγήθηκε την αγορά μηχανημάτων από τη Siemens και την AEG χωρίς διαγωνισμό, για να μπορέσει να ανταποκριθεί η ΔΕΗ στο πρόγραμμά της, που καθυστερούσε λόγω των δυσκολιών εκτέλεσης των συμφωνιών Ωνάση. Ο Παπαδόπουλος έλυσε μόνος του το θέμα, αποδεχόμενος την αγορά από τη μια εταιρεία».

Το «Τάμα του Εθνους»

Υπήρξε ίσως το χαρακτηριστικότερο σκάνδαλο της χούντας: ο τέλειος συνδυασμός της επαγγελίας μιας «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών» με τη μεγαλομανία του δικτάτορα και το ξάφρισμα υπέρογκων δημόσιων κονδυλίων.
Στις 14 Δεκεμβρίου 1968 ο Παπαδόπουλος εξήγγειλε την ανέγερση ενός μνημειώδους ναού του Σωτήρος στα Τουρκοβούνια –ως εκπλήρωση, υποτίθεται, της σχετικής υπόσχεσης της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του 1829 προς το Θεό σε περίπτωση απελευθέρωσης της Ελλάδας. Σύμφωνα άλλωστε με τη χουντική προπαγάνδα, η «επανάστασις» της 21ης Απριλίου 1967 δεν ήταν παρά η άμεση συνέχεια -και ολοκλήρωση- του 1821.
Το έργο εγκρίθηκε στις 5.1.69 σε κοινή συνεδρίαση υπουργικού συμβουλίου και αρχιεπισκόπου. Για την επίβλεψή του συστήθηκε το Μάιο μια «Ανώτατη Επιτροπή» με πρόεδρο τον ίδιο τον πρωθυπουργό Γ. Παπαδόπουλο και μέλη τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, τους υπουργούς Εσωτερικών Στ. Πατττακό, Συντονισμού Ν. Μακαρέζο, Παιδείας Θ. Παπακωνσταντίνου, Δημ. Εργων Κ. Παπαδημητρίου και τον υφυπουργό Προεδρίας Κ. Βοβολίνη. Ενα δεύτερο σώμα, το «Γνωμοδοτικό Συμβούλιο», αποτελούνταν από τον πρόεδρο της Ακαδημίας, τους πρυτάνεις του Πανεπιστημίου και του ΕΜΠ, το δήμαρχο Αθηναίων, το Γενικό Διευθυντή Αρχαιοτήτων και τον κοσμήτορα της Αρχιτεκτονικής. Στο εγχείρημα μετείχε, με άλλα λόγια, σύμπασα η ανώτατη πολιτική και πνευματική ηγεσία του καθεστώτος.
Για το είδος της προπαγάνδας που συνόδευσε την εξαγγελία, αποκαλυπτικό είναι ένα απόσπασμα από την «Ηχώ των Ενόπλων Δυνάμεων» (3.6.73): «Ο Ναός του Σωτήρος Χριστού, αφ’ ενός μεν υλοποιεί την υπόσχεσιν που έδωσε το Εθνος προς τον Θεό, και αφ’ ετέρου θ’ αποτελέση, μετά την οικοδόμησίν του, το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών, μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον Βυζαντινό Λυκαβηττό».
Η επιστημονική κοινότητα των 1.857 ελλήνων αρχιτεκτόνων δεν φάνηκε πάντως να δείχνει τον ίδιο ενθουσιασμό. Τρεις διαδοχικοί διαγωνισμοί «προσχεδίων» και «ιδεών» μεταξύ 1970 και 1973 κατέληξαν σε φιάσκο: παρά τα τεράστια «βραβεία» που τους συνόδευαν (από 300.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, όταν ο μέσος μισθός του ιδιωτικού τομέα ήταν γύρω στις 4.000 δραχμές), οι προτάσεις που υποβλήθηκαν ήταν αντίστοχια 7, 35 και 31. Τελικά και οι τρεις διαγωνισμοί κηρύχθηκαν άγονοι - μάλλον δίκαια, αν κρίνουμε από τις μακέτες που δημοσιεύθηκαν μεταδικτατορικά στο «Αντί» (30.11.74). Ακόμη κι έτσι, 3.650.000 δρχ διανεμήθηκαν σε ελάσσονες «επαίνους».
Απείρως μεγαλύτερη τέχνη επιδείχθηκε στη διασπάθιση των χρημάτων.
Τον Ιούνιο του 1969 ανακοινώθηκε η σύσταση «Ειδικού Ταμείου» για την οικονομική διαχείριση του «τάματος». Σύμφωνα με τον τελικό απολογισμό του που δημοσιεύθηκε μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου («Εστία» 19.1.1974), το «Ταμείο» εισέπραξε συνολικά 453.300.000 δρχ: 45,5 εκατομμύρια ως επιχορήγηση απ’ τον τακτικό προϋπολογισμό, 180 εκατομμύρια από «δωρεές, εισφορές, κλπ» και 230 εκατομμύρια σε δάνεια. Ενα μέρος των «εισφορών» ήταν επίσης δημόσιο χρήμα (η Αγροτική Τράπεζα «πρόσφερε» π.χ. 10 εκατομμύρια), ενώ το υπόλοιπο προήλθε από το υστέρημα του φιλοχρίστου και φιλοθεάμονος κοινού – όπως ο συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος που θυσίασε στο «Τάμα» ολόκληρο το εφάπαξ του (109.455 δρχ), εισπράττοντας «τα συγχαρητήρια του πρωθυπουργού δια του υπουργού Προεδρίας» («Νέα» 31.12.68).
Σύμφωνα ωστόσο με τον ίδιο απολογισμό, το 90% των εσόδων είχε ήδη καταναλωθεί σε απαλλοτριώσεις, «δαπάνες μελετών», προπαρασκευαστικά έργα και «δαπάνες διοικήσεως και λειτουργίας»!
Ο Παπαδόπουλος έκανε φοροαπαλλαγή 400% στους εφοπλιστές.
Αμέσως μετά ο Ωνάσης του έκανε δώρο μια βίλα στο Λαγονήσι. 
«Φαίνεται ότι ο Ναός του Σωτήρος, που πρόκειται να ανεγερθή πάνω στα Τουρκοβούνια, θα είναι απ’ τους πιο θαυματουργούς στη χώρα μας», σχολίαζαν τις επόμενες μέρες τα «Νέα» (26.1.74). «Γιατί, πριν ακόμα κτισθή, πριν καν γίνουν τα σχέδια για την κατασκευή του, δαπανήθηκαν -λες από θαύμα- τα 406 εκατομμύρια δραχμές από τα 453 εκατομμύρια που είχαν τελικά συγκεντρωθεί. Πάντως κι οι πιο ολιγόπιστοι θαύμασαν το γεγονός ότι με εντελώς κανονικό τρόπο αναλώθηκε ολόκληρο το τεράστιο αυτό ποσόν για ένα έργο του οποίου ακόμα δεν κατάφεραν οι υπεύθυνοι να έχουν ούτε το σχέδιο. [...] Αφού λεφτά δεν υπάρχουν πιά, αφού ούτε καν τα σχέδια του ναού δεν έχουν γίνει ακόμη, η υπόθεση αυτή θα πρέπει να λήξη εδώ και όλοι θα φροντίσουμε να ξεχασθή».