Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Για τη βία, την ιδιοκτησία και την κλοπή.(Αποφθέγματα και Γνωμικά)


Ο πρώτος που έφραξε ένα κομμάτι γης και σκέφτηκε να πει: "αυτό είναι δικό μου" και βρήκε άλλους ανθρώπους τόσο απλοϊκούς ώστε να τον πιστέψουν, αυτός στάθηκε ο πραγματικός ιδρυτής της "πολιτισμένης" κοινωνίας. Από πόσα εγκλήματα, πόσους πολέμους, πόσους φόνους, πόσες αθλιότητες και φόβους θα είχε γλιτώσει το ανθρώπινο γένος εκείνος που, ξεριζώνοντας τους πασάλους και φράζοντας την τάφρο, θα φώναζε στους ομοίους του: "Μην ακούτε αυτόν τον απατεώνα. Χαθήκατε αν ξεχάσετε πως οι καρποί ανήκουν σε όλους, πως η γη δεν είναι κανενός
Ζαν Ζακ Ρουσσώ



Ο σφετεριστής της εξουσίας είναι αφέντης μόνο για όσο διάστημα είναι ισχυρότερος και μόλις γίνει δυνατό να εκδιωχθεί δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί για τη βία. Η εξέγερση είναι το ίδιο νόμιμη… Η βία και μόνο τον στήριζε, η βία και μόνο τον ανατρέπει.
Ζαν Ζακ Ρουσσώ



«Γιατί θαυμάζουμε όλους τους ανθρώπους που αντιστέκονται; Όλοι μας οι ήρωες ήταν ήρωες που αντιστάθηκαν απέναντι σε καθεστώτα αυθαιρεσίας και παρεβίασαν βεβαίως, νομικιστικά κοιταγμένο, κάποιο νόμο. Μα πολεμάνε ένα καθεστώς που έχει καθιερώσει τη βία. Πώς αλλιώς θα αντιμετωπιστεί αυτό το καθεστώς; Βεβαίως και με μέσα που μπορεί να συνιστούν βία αλλά δεν είναι πρωτογενής αυτή η βία. Είναι άμυνα».
Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης

Ο τρόπος παραγωγής είναι μια νόμιμη βία.
Η εξουσία είναι μια νόμιμη βία.
Η αστυνομία είναι μια νόμιμη βία.
Η φυλακή είναι μια νόμιμη βία.
Η δικαιοσύνη είναι μια νόμιμη βία.
Η ανεργία είναι μια νόμιμη βία.
Το Ταμείο ανεργίας είναι μια νόμιμη βία.
Η κερδοσκοπία είναι μια νόμιμη βία.
Το χρηματιστήριο είναι μια νόμιμη βία.
Οι τράπεζες είναι μια νόμιμη βία.
Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι μια νόμιμη βία.
Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι μια νόμιμη βία.
Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια νόμιμη βία.
Κι όσο αυτή η νόμιμη βία θα ονομάζεται δικαιοσύνη, τόσο η δικαιοσύνη των νέων θα ονομάζεται βία.
Ρούσοος Βρανάς

Όταν η μοναδική επιλογή είναι ανάμεσα στη δειλία και τη βία, θα προτείνω τη βία. Προτιμώ να χρησιμοποιήσω όπλα για να υπερασπιστώ την τιμή μου από το να παραμείνω απαθής θεατής της ατιμίας.
Μαχάτμα Γκάντι

Πιστεύαμε ότι χωρίς βία δεν υπάρχει δρόμος για την επιτυχία του λαού της Αφρικής απέναντι στην κυριαρχία των λευκών… Όλες οι νόμιμες μορφής έκφρασης της αντίθεσής μας είχαν κλείσει με ειδικές νομοθεσίες και βρεθήκαμε σε μια θέση όπου έπρεπε είτε να αποδεχθούμε μια διαρκή κατάσταση υποταγής ή να αμφισβητήσουμε την κυβέρνηση. Αποφασίσαμε να αμφισβητήσουμε το νόμο.
Νέλσον Μαντέλα

Αυτοί που καθιστούν την ειρηνική επανάσταση αδύνατη κάνουν τη βίαιη επανάσταση αναπόδραστη.
Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ
Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν
Μπέρτολτ Μπρεχτ



«Αν ένας ηγεμόνας χρησιμοποιεί την εξουσία του εναντίον του λαού του, τότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον αντιμετωπίσει με Βία. Ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παράνομη βία της εξουσίας είναι η ίδια η Βία.» διότι «η νομιμοποίηση του κράτους βασίζεται στη συναίνεση των πολιτών. Όταν παραβιάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών χάνει τη νομιμοποίησή της και οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να επαναστατήσουν».
Τζον Λοκ



Όπου δεν υπάρχει ιδιοκτησία, δεν υπάρχει αδικία.
Τζον Λοκ

Το γεγονός της ιδιοκτησίας σε παγώνει για πάντα στο «Εγώ» και σε διώχνει για πάντα από το «Εμείς».

Τζον Στάιμπεκ

Δουλεύεις μια ζωή να ξεπληρώσεις ένα σπίτι. Στο τέλος είναι δικό σου και δεν υπάρχει κανένας να ζήσει σ’ αυτό.
Άρθουρ Μίλλερ

Ο πλούτος δεν είναι καρπός εργασίας, αλλά οργανωμένης και νομοθετικά κατοχυρωμένης ληστείας.
Frantz Fanon
Αυτοί που κλέβουν την νύχτα είναι οι πτωχοί. Αυτοί που κλέβουν την ημέρα είναι οι πλούσιοι.
Πολύβιος Δημητρακόπουλος

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Οι μύθοι της παράδοσης μας-Κορνήλιος Καστοριάδης

Οι μύθοι της παράδοσης μας
Κείμενο: Κορνήλιος Καστοριάδης*
Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Ότι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά. Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής. Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση. Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση.
Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πΧ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά. Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες ηωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές.Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους. Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.
Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσήςπαρουσίασαν τους νόμους του Θεού.
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541 – 7 Απριλίου 1614), El Greco, «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ»
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541 – 7 Απριλίου 1614), El Greco, «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ»
Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική. Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην Δυτική Ευρώπη - και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική. Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της επιστήμης.
Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματα τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’ αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.
Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδοκαι το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, οΑρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.
Αλλά το πιο λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιό βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί. Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.
Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία.
Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος»,«Οιδίπους επί Κολονώ»«Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη. Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.
Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρυγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων. Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.
Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μοναδικό εκκλησιαστικό άσμα.
Ο Λαοκόων και οι γιοι του στο Μουσείο του Βατικανού
Ο Λαοκόων και οι γιοι του στο Μουσείο του Βατικανού
Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικένα και τον Αβερρόη.
Για τους Δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.
Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα. Οι σημερινοί Βυζαντινοκάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.
Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.
Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμισυ σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου. Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή – τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου. Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.
Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.
Ο Αβικέννας  (980-1037) ήταν Πέρσης μουσουλμάνος ιατροφιλόσοφος του 11ου αιώνα.
Ο Αβικέννας (980-1037) ήταν Πέρσης μουσουλμάνος ιατροφιλόσοφος του 11ου αιώνα.
Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η Δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνοορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Αγιο Όρος.
Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας. Αν η Δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το Διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της Δυτικής Ευρώπης. Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η Δύση -και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά-θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία. Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.
*Διάλεξη στον Τριπόταμο της Τήνου στις 20/8/1994. Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21/8/1994.

YΓ: Το κείμενο έχει δημοσιευτεί από το 2009 περίπου και δεν μπορώ να βρω την αρχική διαδικτυακή πηγή του κειμένου οπότε δεν βάζω κάποια παραπομπή μέχρι να βρω την αρχική 
διαδικτυακή πηγή του κειμένου.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Για το ξύλο στο Νίκο Μαραντζίδη


Δεν θα μπω στη διαδικασία να σχολιάσω το επιστημονικό έργο του Μαραντζίδη γιατί δεν είμαι ιστορικός. Ως τώρα έχω μόνο την πεποίθηση ότι α) προσπαθεί να ξεπλύνει τους φασίστες, τους ταγματασφαλίτες και τους αστούς που συνεργάστηκαν με τους ναζί ως πατριώτες αλλά με μια έννοια πατριωτισμού νοηματοδοτημένη διαφορετικά, με μια έννοια πατριωτισμού που ισούται με την διατήρηση της καθεστηκυίας κατάστασης, β) εισάγει τον αναθεωρητισμό της ιστορίας στην Ελλάδα χρησιμοποιώντας σχετικοποιημένες έννοιες έτσι ώστε να καταφέρει να καταλήξει στο συμπέρασμα που θέλει και τέλος γ) ουσιαστικά γίνεται ο ακαδημαικός εκφραστής της άποψης «για όλα φταίνε τα κομμούνια.»

Δεν θα σταθώ όμως σε αυτό όπως προείπα γιατί δεν έχω γνώση εμπεριστατωμένη γύρω από το ζήτημα. Θα σταθώ στις δηλώσεις που έκανε ο Μαραντζίδης στον ΣΚΑΙ που έκανε μετά το ξύλο που έφαγε. Ο λόγος που θα σταθώ σε αυτές τις δηλώσεις είναι για να δείξω συνοπτικά ότι το ξύλο που έφαγε ο εν λόγο κύριος δεν είναι ουρανοκατέβατο αλλά αποτέλεσμα των πολιτικών του επιλογών, των δικών του προταγμάτων και των δικών του πράξεων.

Δήλωσε λοιπόν το εξής «Η επίθεση που δέχθηκα επιβεβαιώνει την άποψη της Χάνα Άρεντ για την κοινοτοπία του απόλυτου κακού. Δεν ήταν τίποτε τρομεροί... Έλεγαν ασυναρτησίες. Οι άνθρωποι που υποστηρίζουμε την ελευθέρια και το νόμο είμαστε η πλειοψηφία, αλλά δεν έχουμε την αίσθηση του ακτιβισμού που έχουν οι μειοψηφίες. Συνειδητοποίησα τη βασική διάκριση ανάμεσα στο ένα άκρο που έχει μπότες και το άλλο άκρο που έχει ελβιέλες, είναι πιο μαλακές για το κεφάλι».

Ο Μαραντζίδης, αν και καθηγητής πολιτικών επιστημών, κατάφερε να πετύχει αυτοαναίρεση των λεχθέντων του μέσα σε λίγα λόγια. Αναφέρεται στη κοινοτοπία του κακού. Η κοινοτοπία του κακού είναι μια φράση της Χ.Άρεντ και τη χρησιμοποίησε για να περιγράψει τον ανθρωπολογικό τύπου του Άιχμαν. Ο Άιχμαν, ο γνωστός Γερμανός ναζί, στη δίκη του για τα εγκλήματα που διέπραξε κατά τον Β'ΠΠ(μαζικές δολοφονίες Εβραίων), παραδέχθηκε ότι δεν μισούσε τους Εβραίους αλλά τους σκότωνε γιατί εκτελούσε εντολές. Η Χ.Άρεντ παρατήρησε ότι το κακό δεν το κάνουν μόνο οι κακοί ηγέτες αλλά τα ανθρωπάκια που υπακούν σε εντολές, σε νόμους, στην ιεραρχία γενικότερα και θα κάνουν ότι πει η κυρίαρχη νόρμα που εκφράζεται μέσα από τον επίσημο νόμο.

Αμέσως μετά ο Μαραντζίδης λέει πως υποστηρίζει και την ελευθερία και το νόμο. Σύμφωνα με τους Χομπς,Λοκ και Μιλλ, δηλαδή σύμφωνα με τους βασικότερους φιλελεύθερους στοχαστές του αστικού κοινοβουλευτισμού, ο νόμος είναι ο περιορισμός της ελευθερίας για την διατήρηση μιας κανονικότητας μέσα στα πλαίσια της οποίας οι άνθρωποι μπορούν να επιδιώξουν το προσωπικό τους κέρδος. Γνωρίζουν όμως και οι 3 θεωρητικοί ότι αυτό το πράγμα δεν είναι ελευθερία καθώς και ότι ο νόμος δεν είναι ιερός και πρέπει να παραβιασθεί όταν είναι άδικος.

Πως πετυχαίνει την αυτοαναίρεσή του ο Μαραντζίδης; Από τη μια αναφέρεται στη Χ.Άρεντ, για να περιγράψει τους φοιτητές που τον έδειραν ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της κοινοτοπίας του κακού και που η Άρεντ χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει τους νομοταγείς μικροαστούς, σαν τον Μαραντζίδη,  και από την άλλη δηλώνει νομοταγής πολίτης που αγαπά την ελευθερία τη στιγμή που ο νόμος είναι εκείνος που περιορίζει την ελευθερία.


Και δεν είναι μόνο αυτό...Ο Μαραντζίδης ενοχλήθηκε που έφαγε ξύλο και έσπευσε να το καταδικάσει. Και έσπευσε να το καταδικάσει και όλο το φιλελευθεράτο. Δεν είδα όμως τον Μαραντζίδη να ενοχλείτε που από το 2012 έχουν μειωθεί στο 45%-50% οι δικαιούχοι σίτισης στο ΑΕΙ που είναι καθηγητής(από 4000 δικαιούχοι πήγαν στους 1800-2000 περίπου) ή μήπως η πείνα δεν είναι βία; Δεν είναι τον Μαραντζίδη να καταδικάζει τη βία των μπάτσων στις Σκουριές ή μήπως η νόμιμη μονοπωλιακή κρατική βία είναι καλή βία; Δεν είδα το Μαραντζίδη να βγαίνει σε κανάλια να καταδικάσει πχ τον Λοβέρδο που άσκησε αφόρητη βία είτε στους μετανάστες της Υπατείας είτε στις οροθετικές που διαπόμπευσε ή αυτό δεν είναι βία; Και εάν δεν κάνω λάθος ο Μαραντζίδης ήταν ένας από κάμποσους ακαδημαϊκούς που με δήλωσή τους στήριξαν το μεσοπρόθεσμο του 2011 και την τότε κυβέρνηση που ράντιζε με χημικά χιλιάδες ανθρώπους ή μήπως η φτώχεια που προκάλεσαν εκείνες οι αποφάσεις και τα χημικά δεν είναι βία.

Αδικίαν έδωκε, αδικίαν έλαβε.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Για την μαζική απεργία πείνας στις φυλακές του ελληνικού κράτους.



Εδώ και μερικές μέρες περίπου 4.000 κρατούμενοι στα «σωφρονιστικά» κολαστήρια του ελληνικού κράτους έχουν ξεκινήσει μαζική απεργία πείνας. Οι λόγοι είναι πολλοί. Απαράδεκτες συνθήκες κράτησης, βασανισμοί και ξυλοδαρμοί κρατουμένων(βλ. υπόθεση Ιλία Καρέλη), αδιαφορία για τη υγεία των κρατουμένων(βλ. υπόθεση κρατουμένων που πάσχουν από τον ιό HIV). Aν μέσα σε όλα αυτά προσθέσουμε και τον υπερπληθυσμό των φυλακών, αφού υπάρχουν άνθρωποι που είναι κρατούμενοι είτε για οικονομικές οφειλές είτε γιατί περιμένουν να δικαστούν χωρίς όμως να υπάρχουν αποδείξεις ενοχής που θα μπορούσαν να ευσταθούν ως δικαιολογία για να φυλακιστούν, μπορούν όλοι και όλες να καταλάβουν ότι οι κρατούμενοι ζουν στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες.

Ο λόγος όμως που ξεκίνησαν την απεργία πείνας δεν βρίσκεται σε όσα παρέθεσα, αν και θα μπορούσαν οι λόγοι αυτοί να είναι αρκετοί όχι μόνο για απεργία πείνας αλλά και για εξέγερση εντός των φυλακών(ποιος άνθρωπος άλλωστε θα άντεχε να ζει έτσι και να μην εξεγείρεται εάν είχε έναν στοιχειώδη αυτοσεβασμό και λίγη αξιοπρέπεια;), αλλά στη πρόθεση της κυβέρνησης, που έχουν φτιάξει η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, να κατηγοριοποιήσουν τις φυλακές σε τρία επίπεδα.

Τις φυλακές τύπου Α' στις οποίες θα φυλακίζονται όλοι όσοι έχουν διαπράξει  ποινικά αδικήματα αλλά δεν θα προσπαθήσουν να το σκάσουν(κατά την κρίση των αρχών πάντα), τις φυλακές τύπου Β' στις οποίες θα φυλακίζονται όλοι όσοι έχουν διαπράξει ποινικά αδικήματα αλλά θα υπάρχουν αυξημένα μέτρα επιτήρησης για να μην γίνουν απόπειρες απόδρασης και τέλος τις φυλακές τύπου Γ' στις οποίες θα φυλακίζονται όσοι θεωρούνται επικίνδυνοι για την δημόσια και εθνική ασφάλεια, δηλαδή κατά συρροή δολοφόνοι, βιαστές, αντάρτες πόλεων(ή τρομοκράτες, όπως αρέσκονται τα καθεστωτικά ΜΜΕ να τους αποκαλούν). Στις φυλακές τύπου Γ' θα πηγαίνουν και όλοι όσοι δημιουργούν προβλήματα στις φυλακές τύπου Α' και Β' με τη συμπεριφορά τους όπως πχ ένας κρατούμενος που κάνει αποχή από το συσσίτιο ή δεν πειθαρχεί στην κανονιστική ιεραρχία της φυλακής.

Οι φυλακές αυτές επί της ουσίας είναι φυλακές εντός φυλακής γιατί o νέος νόμος α) Περιορίζει στο ελάχιστο τα επισκεπτήρια και την επικοινωνία των κρατουμένων με τους συγγενείς τους και θεσμοθετεί την απομόνωση στα κελιά το μεγαλύτερο μέρος του εικισιτετραώρου β) καταργεί τις άδειες γ) καταργεί τη δυνατότητα εργασίας και την ευεργετική διάταξη της υφ’ όρον απόλυσης όταν ο φυλακισμένος εκτίσει τα 3/5 της ποινής του, καταργώντας έτσι την ισότητα και αναλογικότητα στην έκτιση της ποινής δ) εξομοιώνει τους υποδίκους με τους καταδίκους καταργώντας το τεκμήριο της αθωότητας. Με το νομοσχέδιο αυτό οι κυβερνώντες επιχειρούν μια τομή: εισάγουν την έννοια της εκδίκησης στην ποινική διαδικασία, ακυρώνουν στην πράξη νομικά κεκτημένα όπως το τεκμήριο της αθωότητας και τις αρχές της ισότητας και αναλογικότητας στην έκτιση της ποινής, θεσμοθετούν το βασανιστήριο της απομόνωσης ως τρόπο πειθάρχησης όσων αντιδρούν, «χτίζουν» φυλακές-άβατα όπου θα βασιλεύει η αυθαιρεσία και ο νόμος του ανθρωποφύλακα, δημιουργούν, τέλος, ένα παράδειγμα σωφρονισμού που απευθύνεται σε ολόκληρη την κοινωνία.
(από ΔΡΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΚΟΥΑΝΤΑΝΑΜΟ)

Με άλλα λόγια δημιουργούν ένα μπενθαμικό πανοπτικό σύστημα στο οποίο τα ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα καταπατούνται από την πολιτική και αστυνομική εξουσία με πρόσχημα το γενικό καλό. Και εδώ ο λόγος που αναφέρω τα ατομικά δικαιώματα, που είναι καθαρά μια φιλελεύθερη θεώρηση του τι είναι δικαίωμα, παρ'όλο που είμαι σφόδρα αντιφιλελεύθερος, είναι για να καταλήξω στη φράση ενός φιλελεύθερου η οποία λέει ότι «Όσοι θυσιάζουν στοιχειώδεις ελευθερίες για λίγη ασφάλεια, δεν αξίζουν ούτε ελευθερία ούτε ασφάλεια».



Το ζήτημα αυτό αφορά τους πάντες. Διότι όταν η εξουσία καταπατά το δικαίωμα ενός κομματιού της κοινωνίας δεν θα αργήσει να καταπατήσει και το δικαίωμα αυτό σε όλα τα άλλα μέλη της κοινωνίας. Και από τη στιγμή που είμαστε υπεύθυνοι σε μεγάλο βαθμό, ως μέλη της κοινωνίας αυτής, για την «παραγωγή εγκληματιών» που στη συνέχεια τους πετάμε σε αποθήκες ψυχών, ήρθε η ώρα να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να σταθούμε στο πλευρό τους, γιατί το μόνο που ζητάνε στη προκειμένη είναι να μην δημιουργηθούν νέα Γκουαντανάμο στη χώρα,στα οποία θα μπαίνουν όσοι άνθρωποι θεωρούνται εχθροί της εξουσίας, δικαίως ή αδίκως.

Να προσθέσω επίσης ότι οι ανθρωποφύλακες κάνουν απεργία τις ώρες των επισκεπτηρίων για να εμποδίσουν τους αλληλέγγυους ανθρώπους και τους συγγενείς των κρατουμένων να έρθουν σε επαφή μαζί τους, ότι οι διευθυντές των φυλακών απαγορεύουν την είσοδο σε εθελοντές γιατρούς που θέλουν να ελέγξουν την κατάσταση των απεργών πείνας και ότι ήδη 6 κρατούμενοι έχουν μεταφερθεί στο νοσοκομείο με προβλήματα υγείας από την απεργία πείνας.

Σταθείτε δίπλα τους γιατί αύριο μπορεί να είστε εσείς στη θέση τους.

(Να σας ενημερώσω ότι το άρθρο αυτό είναι άρθρο πολιτικά στρατευμένο ενάντια στις έννοιες της εξουσίας, του κράτους και των νόμων, πράγμα που σημαίνει ότι α) δεν είναι ειδησιογραφικό άρθρο, β) στερείται απολιτίκ αντικειμενικότητας και γ) είναι μια προσπάθεια αντιπληροφόρησης για όσα συμβαίνουν στα κολαστήρια του ελληνικού κράτους).

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ανάληψη ευθύνης για διασπορά ανατρεπτικών ιδεών.



Είμαι κάποιος/α ή και κάτι που δεν ξέρετε και δεν θέλει να σας ξέρει. Με την προκήρυξη αυτή θέλω να αναλάβω την ευθύνη για την διασπορά ανατρεπτικών ιδεών, που είναι ικανές να κάνουν τον Πρετεντέρη να σταματήσει την «Ανατροπή» του και να πάει για γιαουρτοθεραπεία στην Αντίπαρο.

Αλλά πριν σας πω τις ιδέες αυτές ας δούμε αυτό που οι κλασσικοί μαρξιστές αποκαλούν συγκυρία, δηλαδή το τι γίνεται στο τώρα.

Συγκυρία
Έχουμε και λέμε:

ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μετά τις ευρωεκλογές έλαβαν το μήνυμα. Το είπε και ο Σαμαράς άλλωστε. Και το κατανόησε κιόλας. Και είπε να πράξει τα δέοντα. Έβγαλε δηλαδή τους κομπάρσους και έβαλε άλλους κομπάρσους. Είπε από μέσα του «αφού είναι τόσο ντουγάνια που συνεχίζουν να με ανέχονται,ας κάτσω να τους τσακίσω ακόμα παραπάνω». Αφού αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα.

Άμα ο λαός(αυτή η μάζα ανθρώπων τέλος πάντων) όντως ήθελε αλλαγή, δεν θα περίμενε τις εκλογές, θα το έκανε μόνος του, αλλά ο λαός είναι με την λογική της ανάθεσης γιατί είναι ανεύθυνος. Δεν θέλει να αναλάβει ευθύνες. Δεν γουστάρει αυτός να αποφασίζει για τον εαυτό του, θέλει να δίνει τη δυνατότητα αυτή σε άλλους ανθρώπους για να μπορεί μετά να λέει ότι φταίνε οι «κακοί προδότες πολιτικοί», να έχει το άλλοθι του θύματος. Ότι και καλά τον κορόιδεψαν, τον γέλασαν, άλλα του είπαν και άλλα έκαναν. Εμ είναι έτσι όμως;

Μια παροιμία από Αγγλία λέει «ντροπή σου εάν με κοροϊδέψεις μια φορά,ντροπή μου εάν με κοροϊδέψεις δεύτερη φορά». Ε μετρήστε πόσες φορές σαν κορόιδεψαν μέσα στη μούρη τα πολιτικά κόμματα της συγκυβέρνησης και τα παρακλάδια του(ΔΗΜΑΡ,ΛΑΟΣ κτλ). Νοιώθετε τώρα αρκετά μαλάκες άνθρωποι ή όχι; Μήπως πρέπει να σας κοροϊδέψουν και άλλο;;Μήπως ήρθε η ώρα να αποφασίζετε εσείς για εσάς και όχι άλλοι για εσάς; Άσε να μαντέψω...που να ελέγχεις τη ζωή σου, η εξουσία το κάνει καλύτερα από σένα...αλλά σταμάτα να γκρινιάζεις γιατί τείνω να πιστέψω πως η μηδενιστική άποψη που λέει πως το μόνο που σου αξίζει είναι να πατήσει ο τύπος με το περίεργο κούρεμα, και με μόνιμη κατοικία στη Β.Κορέα, το κόκκινο κουμπί και να εκτοξεύσει 10-15 πυρηνικές βόμβες που θα σκάσουν με τη μία στην επικράτεια του ελλαδικού χώρου.

Και το καλό θα είναι διπλό εάν σκάσουν 10-15 πυρηνικές βόμβες αφού εκτός από τον ανθρωπολογικό τύπου του αδιάφορου νεοέλληνα πολίτη θα εξαφανιστεί και μια παραλλαγή αυτού, οι νεοναζί της Χρυσής Πορδής. Τι εννοείς δεν είναι νεοναζί όσοι ψηφίζουν Χρυσή Πορδή; Σαφώς και είναι νεοναζί. Διότι έχει περάσει τόσος καιρός μέσα στον οποίο βγήκαν στη φόρα  όλα εκείνα τα πράγματα που κάνουν, που ξεκινούν από πούλημα προστασίας σε εφοπλιστές μέχρι δολοφονίες ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Τι εννοείς είναι αντισυστημικοί; Ξέρεις πολλούς αντισυστημικούς που έχουν πάρε δώσε με την κυβερνητική εξουσία και με μεγαλοεπιχειρηματίες; Ξέρεις πολλούς αντισυστημικούς που επί 30 χρόνια είχαν ασυλία σε κάθε εγκληματική ενέργεια που έκαναν και τρώνε ένα διώξεις για τα μάτια του κόσμου; Γιατί οι πραγματικά αντισυστημικοί τρώνε ξύλο από τα όργανα του κράτους όπως οι 4 στο Βελβεντό Κοζάνης ή κοντεύουν να φτάσουν στο θάνατο όπως ο Σάκκας ή βρίσκονται νεκροί στο κελί τους όπως η Γκιουλώνη ή τρώνε βιοτριόλι στο πρόσωπο όπως η Κούνεβα.

Υπάρχουν και άλλα να πούμε. Όταν  η Τρόικα(τα καλά παιδιά από ΔΝΤ,ΕΕ και ΕΚΤ ντε) έκλεισε τη στρόφιγγα και κόπηκε το ρευστό η πλειοψηφία των πολιτών έπαθε κοκομπλόκο. Μειώσεις μισθών, μειώσεις επιδομάτων, μειώσεις παροχών. Οι μειώσεις αυτές τσάκισαν κοινωνικές δομές όπως η υγεία και η εκπαίδευση, έστειλαν εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία και αρκετούς στην αυτοκτονία. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δέχθηκε στους κόλπους του άνθρωπους που πήγαν σε αυτόν όχι γιατί είναι ριζοσπάστες αριστεροί αλλά γιατί ελπίζουν στην επιστροφή της προ-κρίσης κατάστασης. Και αντί να κάνει ότι μπορεί για να τους ριζοσπαστικοποιήσει, υιοθέτησε τη ρητορεία τους. Πχ η μονομερής διαγραφή του χρέους έγινε διαπραγμάτευση του χρέους, για το οποίο φταίει η κακή Μέρκελ και όχι ο καπιταλισμός, η σύγκρουση με το βιομηχανικό λόμπυ της χώρας μετατράπηκε σε υποσχέσεις για νέα κερδοφορία των βιομηχάνων εις βάρος των ανθρώπων της χώρας αυτής. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να βάζει ως διαχειριστή σε κεντρική ιστοσελίδα του άνθρωπο που έγραφε ρουφιανίστικα άρθρα για ιστοσελίδα του ακροδεξιού χεριού του Σαμαρά ή δούλευε σε οικονομική εφημερίδα ιδιοκτησίας που σχετίζεται άμεσα με τον Κομιστή, έναν διαχειριστή που στοχοποιεί μέσα από άρθρα του μέλη οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ή του αναρχικού χώρου. Άσε το άλλο...ο sir Alexis το δήλωσε ευθαρσώς, κατά τη γνώμη του η Ελλάς ανήκει στη Δύση και το ΝΑΤΟ. Τόσο ριζοσπάστης αριστερός. Φανταστείτε και να μην ήταν, τι θα έλεγε. 

Αντί όμως οι άνθρωποι να αναλογιστούν τι έκαναν λάθος άρχισαν πάλι να ρίχνουν ευθύνες σε άλλους αντί να κάνουν την αυτοκριτική τους. Αντί λοιπόν να σκεφτούν πως ένα μεγάλο κομμάτι ευθύνης βρίσκεται στη ζωή που έκαναν προ κρίσης, δηλαδή υπερκατανάλωση, κωστοπουλικό βλαχομπαρόκ lifestyle, λογική της ανάθεσης κτλ καθώς και στις πολιτικές επιλογές τους(ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) σκέφτηκαν πως πρέπει να τα χώσουν στη Μέρκελ, τον Ντράγκι και τον Σόιμπλε. Λες και πίσω από αυτούς δεν υπάρχει κάτι μεγαλύτερο που τους κινεί...ΤΑΝ ΤΑΝ ΤΑΝ...καλά κατάλαβες, καπιταλισμός λέγεται. 

Αλλά υποθέτω πως για τον μέσο νεοέλληνα είναι δύσκολο να σκεφτεί πως για τη κρίση που βιώνει τώρα ευθύνεται το οικονομικό και πολιτικό σύστημα που υπηρετούσε σαν δούλος, για αυτό ως καλά δασκαλεμένο παιδάκι άρχισε να αναπαράγει όλη την εθνικιστική αφήγηση, που του έμπηξε το εκπαιδευτικό σύστημα, περί κακών ξένων(είτε αφορά οικονομικούς μετανάστες/πρόσφυγες είτε αφορά άλλους λαούς από την ίδια ήπειρο πχ οι κακοί Γερμανοί/Άγγλοι). Δεν μπορεί(ή δεν θέλει;) το ντουγάνι να σκεφτεί ότι φταίει το ότι τόσα χρόνια δούλευε για 10 και το αφεντικό του έβγαζε 100 πάνω στη πλάτη του, ότι φταίει το ότι έπαιρνε διακοποδάνεια, δωροδάνεια, σκατοδάνεια, ότι φταίει ότι μια ζωή αδιαφορούσε για το τι κάνουν οι πολιτικοί στη πολιτική σκηνή της χώρας «γιατί αυτά είναι για τους άλλους», ότι δεν διεκδικούσε την ασφάλισή του και τα δικαιώματά του στο χώρο εργασίας του, ότι δεν έδινε δεκάρα για την αστυνομική καταστολή και όσους αντιδρούσαν σε αυτήν. Πάντα έφταιγαν
 οι άλλοι, ποτέ ο ίδιος.

Όσο για το ΚΚΕ, το τιμημένο κόμμα, θαρρώ πως ενώ έχει ένα από τα καλύτερα αναλυτικά εργαλεία, τον διαλεκτικό υλισμό, το αφήνει ανεκμετάλλευτο και αυτό διότι ενώ προτάσσει την επανάσταση, η δράση του είναι αντεπαναστατική που αγγίζει το όριο της συστημικότητας. Με μονοήμερες απεργίες και πορείες λιτανείες δεν αλλάζει τίποτα.

Και τι να κάνεις ε;

Να ζήσεις με μοναδικό σου πρόταγμα την ελευθερία. Να ζεις χωρίς να καταπιέζεις κανέναν και να μην ανέχεσαι να σε καταπιέζει κανείς. Να διεκδικείς τα δικαιώματά σου, όλα τα δικαιώματά σου. Να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα των άλλων ανθρώπων όσο και εάν αυτοί διαφέρουν από σένα. Και να τα υπερασπίζεσαι παντού. Στο χώρο εργασίας σου, στη γειτονιά σου, στο σπίτι σου. Να ενδιαφέρεσαι για τον διπλανό σου, να τον βοηθάς, όχι από λύπηση αλλά από αλληλεγγύη. Δεν είναι εύκολο. Κανείς δεν λέει πως είναι εύκολο. Είναι πολύ δύσκολο να βγεις από τη βολή της μιζέριας σου και να αμφισβητήσεις την ως τώρα ζωή σου. Είναι και επικίνδυνο. Όχι όμως μόνο για σένα. Αλλά και για αυτούς που άφηνες τόσο χρόνια να κάνουν κουμάντο στη ζωή σου. Γιατί εάν αποφασίζεις εσύ για σένα καμία εξουσία δεν θα μπορεί να σου επιβάλει κάτι που δεν θες. Σκέψου τώρα αυτό να γίνει σε όλα τα πεδία της κοινωνίας, σκέψου απλά να μην έχεις αφεντικό πάνω από το κεφάλι σου και να συναποφασίζεις εσύ με τους συναδέλφους σου το τι θα κάνετε, σκέψου τα παιδιά να μην είναι ρομποτάκια και το σχολείο να μην είναι κιμάς που αλέθει μυαλά αλλά ένας χώρος που κάθε παιδί θα μαθαίνει και θα κάνει όσα του αρέσουν και θα το γουστάρει, όχι σαν τώρα που το σχολείο είναι ένα κελί μέσα στο οποίο καταστρέφονται συνειδήσεις. Σκέψου μια κοινωνία που άνθρωποι με διαφορετικές πολιτισμικές αναφορές θα ζουν και συνθέτουν πάνω στις διαφορές τους. Διότι όσο βλέπεις το «ξένο» ως εχθρό θα σε βλέπει και αυτό ως εχθρό. Τόσο δύσκολο είναι να φανταστείς μια κοινωνία χωρίς αφέντες; Χωρίς ανώτερους και κατώτερους;

Πρέπει να καταλάβεις πως είσαι υπεύθυνος για όσα έκανες ή δεν έκανες. Και πως ακόμη και εάν με ένα μαγικό τρόπο γυρίσουμε στην υπερκαταναλωτική κατάσταση προ κρίσης είναι βέβαιο ότι τα παιδιά σου θα βιώσουν το ίδιο με σένα. Κάνε ότι μπορείς λοιπόν έτσι ώστε οι μελλοντικές γενιές να μην βρεθούν στην ίδια κατάσταση. Ένα ρητό λέει πως ο κόσμος αυτός είναι δανεισμένος από τις μελλοντικές γενιές...και μάλλον συμφωνώ απόλυτα. Δεν μου ανήκει τίποτα σε αυτό το κόσμο, ανήκουν όλα σε όσους θα έρθουν και αυτοί με τη σειρά τους θα δανειστούν το κόσμο για να τον κάνουν καλύτερο για τους επόμενους κοκ. Άρχισε λοιπόν να τον φτιάχνεις αυτόν τον κόσμο όσο ακόμα μπορείς να τον φαντάζεσαι, γιατί πολύ φοβάμαι ότι πολύ σύντομα ούτε να τον φανταστείς δεν θα μπορείς.

Κάτι μου λέει πως είσαι έτοιμος να πεις πως αυτά είναι ουτοπικά και δεν θα γίνουν ποτέ. Αμ δε...Δεν είναι ουτοπικά. Στα βουνά του Μεξικού ήδη χιλιάδες άνθρωποι ζουν έτσι. Δεν είναι εύκολη η ζωή τους, αφού το μεξικάνικο κράτος και διάφοροι παρακρατικοί τους κάνουν επιθέσεις κατά καιρούς, και παρ'όλα αυτά οι άνθρωποι αυτοί δεν το βάζουν κάτω. Στους Ζαπατίστας αναφέρομαι. Ιθαγενείς που βαρέθηκαν τους τσιφλικάδες, τους βιομηχάνους και το κράτος να τους τσακίζουν και πήραν τα όπλα για να τους διώξουν για να φτιάξουν μια κοινωνία χωρίς εξουσία. Και την έφτιαξαν. Δεν είναι η τέλεια κοινωνία αλλά είναι πολύ καλύτερη από αυτή τη κοινωνία στην οποία ζούμε εμείς.


Αυτά από μένα, σκέψου τα, μπορεί να λέω βλακείες, μπορεί και όχι. Αλλά σκέψου τα.

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Bλάκα μπάτσε σκάσε.

Στο eyedoll.gr ανέβηκε ένα ακόμη εμετικό άρθρο από έναν μπάτσο που αυτοπροσδιορίζεται ως σκεπτικός(χαχαχα). Στο κείμενο αυτό, ο μπάτσος, προσπαθεί να πείσει τους/τις αναγνώστες/αναγνώστριες ότι δεν πρέπει να θεωρούν πως οι μπάτσοι είναι σκατόψυχα δίποδα επειδή βαράνε πχ τις καθαρίστριες όταν τους δίνουν εντολή τα αφεντικά τους αλλά είναι καλά παιδιά που εφαρμόζουν το νόμο...απλά εφαρμόζουν το νόμο και ο νόμος άλλωστε είναι πάντα καλός. Φαντάζομαι τον βλάκα μπάτσο να γράφει το ίδιο κείμενο για την νομιμότητα στη ναζιστική Γερμανία και πως δεν πρέπει να θεωρούμε πως είναι σκατόψυχος επειδή εφαρμόζει τη νομιμότητα του τότε κράτους, δηλαδή πογκρόμ σε Εβραίους, τσιγγάνους, ομοφυλόφιλους, κομμουνιστές κτλ γιατί αυτό λέει ο Νόμος.

Έγραφα παλαιότερα σχετικά με τη βία και την υποκρισία όσων υπερασπίζονται τη νομιμότητα και το νόμο:

«Να εφαρμοστεί η νομιμότητα
«Να υπακούς στους νόμους. Να εφαρμόζεις τη νομιμότητα ακόμα και εάν διαφωνείς με τον νόμο» λένε σήμερα πολλοί κυβερνητικοί και συν αυτούς πολίτες. Και το πρόταγμα της νομιμότητας ήρθε στην επιφάνεια όταν άρχισε να υπάρχει εντονότερη αμφισβήτηση της κοινωνικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης στο να νομοθετεί και να ασκεί εξουσία. Τότε λοιπόν αποφάσισαν να φέρουν στο προσκήνιο τη νομιμότητα για στοχοποιήσουν όποιον αντιδρά στους νόμους,χωρίς όμως να εξετάσουν γιατί αντιδρά και με ποιον τρόπο  αντιδρά.Αλλά πριν μιλήσουμε για τη νομιμότητα θα πρέπει να εξετάσουμε που πατάει η νομιμότητα. 


Η νομιμότητα πατάει πάνω στο Δίκαιο. Και τι είναι Δίκαιο; Δίκαιο ονομάζεται το σύνολο των υποχρεωτικών και εξαναγκαστικών κανόνων οι οποίοι και ρυθμίζουν τις σχέσεις των, στη κοινωνία δια-βιούντων προσώπων. Επίσης κατ΄ άλλο ορισμό: Δίκαιο είναι η ανθρώπινη θέληση η οποία ρυθμίζει την κοινωνική ζωή κατά τρόπο «ετερόνομο», «επιτακτικό» και «εξαναγκαστικό». Συνεπώς το δίκαιο δεν προέρχεται από την ατομική θέληση των επιμέρους ατόμων αλλά επιβάλλεται εξωτερικά (ετερόνομος ρύθμιση), επιτάσσοντας και καθορίζοντας τι δύναται και τι πρέπει ή τι δεν δύναται και τι δεν πρέπει να πράττουν χωρίς ωστόσο να ζητεί τη συγκατάθεσή τους (επιτακτική ρύθμιση), επιβάλλοντας όμως στους μη συμμορφούμενους προς τους κανόνες του κυρώσεις (εξαναγκασμός).

Ποίος όμως είναι εκείνος που επιβάλλει ετερόνομα το νόμο; Μα η εξουσία φυσικά. Εκείνη έχει  την δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να ορίζει το νόμιμο και το παράνομο. Βέβαια το νόμιμο και το παράνομο δεν ισοδυναμεί με το δίκαιο και το άδικο. Διότι στη ναζιστική Γερμανία ήταν νόμιμο να κάνεις πογκρόμ σε Εβραίους αλλά δεν ήταν και δίκαιο. Στη σημερινή Ελλάδα είναι παράνομο να κάνεις καθιστική διαμαρτυρία σε δημόσιο δρόμο αλλά όχι και άδικο.
Και εκεί έρχεται η έννοια της νομιμότητας. Νομιμότητα είναι η υπακοή στο νόμο δίχως να γίνεται κριτική στο νόμο και το Δίκαιο. Είναι ένας τρόπος εκπαίδευσης πολιτών σε τυφλή υπακοή στην Αρχή, την όποια Αρχή ανεξάρτητα από τα πεπραγμένα της. Και είναι ένας ακόμη τρόπος για όσους έχουν εξουσία να ορίζουν, ανάλογα με τα συμφέροντά τους, «τι πρέπει και τι δε πρέπει». Να ορίζουν πχ ότι είναι νόμιμη η καταπίεση που ασκούν πάνω στη κοινωνία οι δυνάμεις καταστολής και παράνομη η αντίδραση στην καταπίεση αυτή.
Υποκρισία
Αυτοί λοιπόν που προτάσσουν την καταδίκη της βίας από όπου και εάν προέρχεται και ταυτόχρονα στηρίζουν τη νομιμότητα είναι οι μεγαλύτεροι υποκριτές. Διότι είναι υποκρισία μεγάλη να καταδικάζεις τη βία και όχι ότι την γεννάει. Είναι υποκρισία να επικαλείσαι την νομιμότητα και ταυτόχρονα να στηρίζεις ένα σύστημα που βασίζεται στην αδικία επί των αδυνάτων για να επιβιώσει.  Το γελοίον της υπόθεσης με τα 2 τσιτάτα αυτά είναι ότι προέρχονται από τους θιασώτες του φιλελευθερισμού, στον οποίο η πολιτική παράδοση είναι γεμάτη από νομιμοποίηση της βίας και προταγμάτων ενάντια στη νομιμότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μεγάλος φιλελεύθερος στοχαστής Locke, o οποίος λέει στη «2η Πραγματεία περί Κυβερνήσεως» ότι «Αν ένας ηγεμόνας χρησιμοποιεί την εξουσία του εναντίον του λαού του, τότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον αντιμετωπίσει με Βία. Ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παράνομη βία της εξουσίας είναι η ίδια η Βία.» διότι «Η νομιμοποίηση του κράτους βασίζεται στη συναίνεση των πολιτών. Όταν παραβιάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών χάνει τη νομιμοποίησή της και οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να επαναστατήσουν»,  οπότε, σύμφωνα με τον Locke, κάθε καταδίκη της βίας από όπου και εάν προέρχεται και επίκληση στη νομιμότητα είναι νομιμοποίηση της καταπίεσης του λαού από την εξουσία και στήριξη αυτής.»
Αναρωτιέμαι(ρητορικά πάντα) λοιπόν, γιατί ο μπάτσος, που πίνει καφεδάκια με την Σιδέρη(όλοι/ες ξέρετε ποια είναι και τι είναι) και με τον δήμαρχο Γλυφάδας Παπανικολάου, δεν λέει ξεκάθαρα ότι θα εφαρμόζει ότι μαλακισμένη εντολή πάρει, από το να συλλάβει μια γιαγιά που πάρκαρε «παράνομα» μέχρι να τραβήξει όπλο και να σκοτώσει 15χρονο ή να κάνει πογκρόμ σε Εβραίους, αρκεί όμως να το λέει ο Νόμος; Και επιτέλους βλάκα μπάτσε σκάσε.

ΥΓ: Ο τύπος είναι τόσο μπάτσος που δεν ήξερε το τσιτάτο που κουόταρε από Αριστοτέλη και το παρέθεσε λάθος, λέγοντας πως είναι το τσιτάτο που φορούν τα νεαρά μπατσόσκυλα στη σχολή της μπΕΛ.ΑΣ. aka ή δεν είναι μπάτσος και πουλάει το προφίλ του μπάτσου ή είναι μπάτσος τόσο χαζός που δεν ξέρει τι φοράει στο μπράτσο του. 

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Η ομάδα αίματος των καθαρόαιμων Ελλήνων (Βασίλης Ραφαηλίδης* - 1987)



ΟΛΕΣ οι συγχύσεις στην Ελλάδα ξεκινούν από την αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε τις έννοιες «έθνος» και «κράτος», που σε καμία περίπτωση δεν είναι συνώνυμα. 


Η λέξη έθνος είναι σανσκριτικής καταγωγής και, στην κυριολεξία, σημαίνει «ομαιμοσύνη», δηλαδή ομοιότητα του αίματος των ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια φυλετική ομάδα.

Είναι φανερό, όμως, πως για να διατηρήσει» την «καθαρότητα» του αίματός της μια φυλή, και συνεπώς να λειτουργήσει σαν μια ευρεία οικογένεια, όπου όλα τα μέλη της θα είναι στενοί ή μακρινοί συγγενείς, πρέπει αυτή η φυλή να είναι καταρχήν ενδογαμική, δηλαδή τα μέλη της να παντρεύονται μεταξύ τους και οι επιμειξίες με αλλόφυλους να απαγορεύονται αυστηρά. Αλλά κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε πολύ κλειστές και πολύ πρωτόγονες κοινωνίες. Σήμερα, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν «καθαρές» εθνότητες, διότι δεν υπάρχουν κλειστές κοινωνίες.

ΕΙΝΑΙ αυτονόητο, πως κανείς νομοθέτης εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια δε θα μπορούσε να διαφυλάξει την «καθαρότητα» του αίματος μιας φυλής.

Άλλωστε, οι άνθρωποι δεν είναι άλογα ράτσας, ταγμένα στις ιπποδρομίες, ώστε να φροντίζουμε για την καθαρότητα του αίματός τους. Και ωστόσο, δεν έλειψαν ποτέ οι μικρόνοες που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν ζώο, περιορισμένο σ' ένα οιονεί αναπαρα­γωγικό ιπποφορβείο. Και ο ρατσισμός είναι αυτό ακριβώς: Μια μεταφυσική και αυτόχρημα παρανοϊκή πίστη στην «καθαρότητα του αίματος της φυλής» -μια καθαρότητα που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ανήκει στην περιοχή του μύθου.

Αυτή η ολοφάνερα ανόητη πίστη, η τόσο διαδεδομένη ωστόσο, μας κάνει να νομίζουμε πως ο «χόμο σάπιενς» έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, προκειμένου να γίνει όντως σοφός. Και εν πάση περιπτώσει, απ' τον «χόμο. σάπιενς» πρέπει να αποκλειστούν εξαρχής οι ρατσιστές, που εδώ σε μας πήραν το ψευδώνυμο «εθνικόφρονες». Που σημαίνει «άνθρωποι που φρονούν – σκέφτονται – εθνικά». Αλλά για να σκέφτεσαι εθνικά πρέπει να σκέφτεσαι… αιματολογικά. Δηλαδή, πρέπει να πιστεύεις πως το αίμα σου έχει μια ειδική ποιότητα, οπωσδήποτε καλύτερη απ” την ποιότητα οποιουδήποτε άλλου που ανήκει σε άλλη… ομάδα (εθνικού) αίματος.

Ο ρατσισμός, λοιπόν, είναι φασισμός. Και ο φασισμός είναι πρωτογονισμός, ακριβώς γιατί είναι ρατσισμός. Για ράτσες μιλούν σήμερα μόνο οι ζωολόγοι, οι κτηνίατροι και οι κρετίνοι. Κάθε «εθνικόφρων» λοιπόν κρύβει μέσα του ένα φασίστα. Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαίο που τα φασιστικά καθεστώτα στηρίχτηκαν στους «εθνικόφρονες». Ούτε είναι τυχαίο ακόμα, που η εθνικοφροσύνη έχει την τάση να πυκνώνει όσο προχωρούμε προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Από δω και η λογικότατη άποψη, πως η κουταμάρα πολώνεται προς τα δεξιά – χωρίς, δυστυχώς, να είναι αποκλειστικό της προνόμιο. Διότι υπάρχει και μια… αριστερή κουταμάρα. Αλλά τουλάχιστον αυτή δεν έχει την… αιματολο­γική καθαρότητα της δεξιάς κουταμάρας, που είναι πολύ πιο εκνευριστική και, φυσικά, πολύ πιο επικίνδυνη. (Ανάμεσα σε δύο ηλίθιους θα διάλεγα τον αριστερό ηλίθιο απ” τον οποίο κινδυνεύω λιγότερο, παρότι η ηλιθιότητα καθαυτή είναι έτσι κι αλλιώς επικίνδυνη. Και για να μη δημιουργηθούν παρανοήσεις, πρέπει να τονίσουμε πως η ηλιθιότητα είναι ιδιότητα υπαρξιακή και υπερκομματική. Κι αλίμονο στον έξυπνο αριστερό που θα συγκρουστεί με βλάκα αριστερό. Είναι από χέρι χαμένος, γιατί η βλακεία έχει τη δύναμη να μετακινεί όρη, όπως ακριβώς και η πίστη).

ΤΟ ΕΘΝΟΣ, λοιπόν, είναι ένας αρχαϊσμός και ένας αταβισμός. Επιβιώνει ως έννοια για να δημιουργεί στα απλοϊκά μυαλά την ψευδαίσθηση της συνοχής και της συνέχειας μιας μικρής ή μεγάλης ομάδας ανθρώπων, που συνεχίζουν να πιστεύουν, γιατί έτσι θέλουν, πως ανήκουν σε μια πολύ μεγάλη οικογένεια με κοινό γε­νάρχη. Κάποτε, ωστόσο, η έννοια της εθνότητας έπαιζε έναν πολύ σοβαρό ρόλο. Πράγματι, η οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας άρχισε με τη συσσωμάτωση των ατόμων σε ομάδες ευρύτερες της μικρής, τυπικής οικογένειας, οι οποίες αποτελούν μια ευρεία, αιματοσυγγενική οικογένεια. Τούτες οι ομάδες ανέπτυξαν έναν κοινό πολιτισμό στη βάση μιας κοινής γλώσσας.

Με τους αιώνες, η αιματοσυγγένεια, με τις συνεχείς επιμειξίες, έπαιζε ολοένα και μικρότερο ρόλο, ενώ αντίθετα τα πολιτιστικά δεδομένα, που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο στάδιο της αιματοσυγγένειας, διατηρήθηκαν και αναπτύχθηκαν, για να αποτελέσουν στη συνέχεια, αυτά και μόνο, τα ειδικά χαρακτηριστικά μιας εθνότητας. Μ” άλλα λόγια, η έννοια της εθνότητας υπάρχει και σήμερα, αλλά είναι καθαρά και αποκλειστικά πολιτιστική.Συνεπώς, μέλη μιας συγκεκριμένης εθνότητας είναι άνθρωποι που έχουν ένα συγκεκριμένο κοινό πολιτισμό, που διαφέρει απ” τον πολιτισμό μιας άλλης εθνότητας. Όμως, με την όσμωση ανάμεσα στους λαούς που επέφερε η βελτίωση και στις μέρες μας η καλπαστική ανάπτυξη των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών, οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες άρχισαν να ατονούν και να τείνουν προς μια ισοπέδωση, που κανένα διοικητικό μέτρο δε θα ήταν δυνατό να την ανακόψει.

Για να περιοριστούμε στον κινηματογράφο και μόνο, σήμερα γνωρίζουμε τόσο καλά τα αμερικανικά ήθη εξαιτίας της πληθώρας των αμερικάνικων ταινιών που έχουμε δει, όσο δε γνωρίζουμε τα εγχώρια ήθη. Ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός είναι μια πραγματικότητα.Αλλά προσωπικά δε βρίσκω τίποτα το μεμπτό σ” αυτή τη μορφή ιμπεριαλισμού, που ωστόσο ακολουθεί, όπως η ουρά το κεφάλι, τον κυρίως ειπείν ιμπεριαλισμό (τον οικονομικό).Εφόσον, δηλαδή, η Αμερική κυριαρχεί οικονομικά στο Δυτικό κόσμο, είναι φυσικό να κυριαρχεί και πολιτιστικά. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αναχαιτιστεί η πολιτιστική της κυριαρχία, αν προηγουμένως δεν αναχαιτιστεί η οικονομική. Τον πολιτισμό τον δημιουργούν πάντα οι οικονομικά ισχυρότεροι. Κι αυτό που λέγεται «λαϊκός πολιτισμός» αναφέρεται μόνο και αποκλειστικά σε κλειστές κοινωνικές ομάδες, κυρίως αγροτικές.

Αλλά τούτη η κλειστότητα, το ξέρουμε καλά, είναι εντελώς αδύνατη σήμερα. Και μόνο η τηλεόραση είναι επαρκής παράγων για να εισβάλει ο ένας πολιτισμός μέσα στον άλλο και να δημιουργηθεί ένα αξεδιάλυτο πολιτιστικό μπέρδεμα, που στη μεταβατική περίοδο που περνάμε σήμερα μπορεί να μας ενοχλεί, αλλά τους ανθρώπους του 21ου αιώνα είναι βέβαιο πως δε θα τους ενοχλεί καθόλου. Οι πολιτισμοί, άλλωστε, δεν είναι για να φυλακίζονται στα μουσεία, αλλά για να κυκλοφορούν, να ενοποιούνται και να δημιουργούν τη χωρίς σύνορα πανανθρώπινη κοινωνία. Το τι είδους κοινωνικό καθεστώς θα έχει αυτή η υπερεθνική κοινωνία του άμεσου μέλλοντος είναι ένα άλλο ζήτημα, που ξεπερνάει τα όρια αρμοδιότητας της επιστήμης της Εθνολογίας και μετατίθεται στην περιοχή της αρμοδιότητας των επιστημών της Κοινωνιολογίας και της Πολιτικής Οικονομίας.

ΛΟΙΠΟΝ, κάτω από συνθήκες αυξανόμενης πολιτιστικής όσμωσης, το να μιλάει κανείς για «εθνική καθα­ρότητα» ακόμα και με την ελαστική πολιτιστική έννοια είναι τόσο αστείο, όσο περίπου και το να μιλάει για «εθνική καθαρότητα» με την πανάρχαια αιματολογική έννοια. Διότι, δε σμίγουν μόνο τα αίματα, αλλά και τα ήθη, και τα έθιμα, και οι νόμοι, και οι θεσμοί και οι ιδέες. Σήμερα, το πεδίο δράσεως, τόσο της οικονομίας όσο και των ιδεών είναι η υδρόγειος σφαίρα. Μια μέρα, τα εθνικά σύνορα θα καταρρεύσουν οπωσδήποτε, και μάλιστα χωρίς να το επιδιώξει κανείς συνειδητά. Η ανθρώπινη κοινωνία, από τότε που εμφανίστηκε, βαδίζει συνεχώς και αδιάλειπτα προς την ενοποίηση. Που δε θα ολοκληρωθεί, αν όλοι οι άνθρωποι ολόκληρης της Γης δεν αισθανθούν πως ανήκουν στην ίδια εθνότητα, δηλαδή την κοινότητα όλων των ανθρώπων, ολόκληρης της Γης.

Πρόκειται για ένα ιδανικό κοινό και στο χριστιανισμό και στο μαρξισμό και στον καπιταλισμό. Μόνο που ο καθένας τους αντιλαμβάνεται τούτη την ενότητα στη βάση μιας διαφορετικής ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας. Και, βέβαια, αυτή η ενότητα δε θα είναι ούτε πλήρης ούτε σταθερή αν δε συντελεστεί στη βάση της οικονομικής ενότητας, που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε άλλης μορφής ενότητα. (Ακόμα και στην πατρική οικογένεια δεν είναι δυνατό να υπάρξει ενότητα αν τη συνοχή της τη διαβρώνουν παράγοντες οικονομικής τάξεως. Ο μαρξισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εμφατική επισήμανση της πρωταρχικότητας του οικονομικού παράγοντα στα πάντα. Και είναι κωμικό να τον αμφισβητούν άνθρωποι που ολόκληρη τη ζωή τους τη δομούν γύρω από ένα χρηματοκιβώτιο, και και μια φορά γύρω από μια και μοναδική λίρα ή από έναν κηπάκο ευτελούς αξίας.).

Αν το έθνος είναι μια έννοια που ανήκει πλέον στην αρχαιολογία της σκέψης, πράγμα που δημιουργεί την ανάγκη της επικάλυψης της απ” την πάντα δρώσα επικαιρότητα του συναισθήματος (μόνο το συναίσθημα θα δικαιολογούσε την προσκόλλησή μας στην έννοια της εθνότητας, που κατάντησε έννοια περίπου… ερωτική), η έννοια του κράτους, αντίθετα, είναι πάντα επίκαιρη και πάντα δρώσα. Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους. Όπως ήδη αντιληφθήκαμε, το έθνος είναι έννοια εξαιρετικά πλατιά – τόσο πλατιά που να ξεχειλώνει από παντού και κανείς να μην μπορεί να τη συμμαζέψει. Άλλωστε, κανείς μελετητής δεν κατάφερε να δώσει έναν σαφή ορισμό της έννοιας «έθνος». Πώς θα ήταν δυνατό να οριστούν με σαφήνεια τα συναισθήματα; Η έκφραση, για παράδειγμα, «αγαπώ την Ελλάδα» (νοούμενη ως έθνος) δεν έχει μεγαλύτερη αξία από την έκφραση «αγαπώ τη Μαρία». Και οι δύο εκφράσεις είναι το ίδιο δυσπερίγραπτες λο­γικά, γιατί είναι το ίδιο συναισθηματικές.

Και. επειδή κάτι πρέπει ν” αγαπάει κανείς σε τούτο τον κόσμο, όταν δεν είναι σε θέση να αγαπήσει τις γυναίκες (και οι γυναίκες τους άντρες) καταλήγει τελικά ν” αγαπήσει μέχρι παραφροσύνης… τη σημαία, το στέμμα και άλλα τέτοια φετίχ, αποδεικνυόμενος γνήσιος ειδωλολάτρης. Παρά ταύτα, έχει την αξίωση να τον αντιμετωπίζουμε ως πολιτισμένο άνθρωπο. Ε, όχι. Πάει πολύ. Είναι τόσο βάρβαρος, όσο και ο Αφρικανός αν­θρωποφάγος. Γιατί, αν δεν ήταν ανθρωποφάγος δε θα επιθυμούσε να «φάει τον εχθρό», ή να τον «πετάξει στη θάλασσα» (δηλαδή να τον πνίξει σαν γατί) ή να του «πιει το αίμα» σαν βρικόλακας. Ας το καταλάβουμε καλά: Ο εθνικισμός είναι πρωτογονισμός και βαρβαρότητα, κυρίως όταν ο «εθνικόφρων» είναι τόσο βλαξ, που να μην μπορεί να καταλάβει πως πίσω απ” αυτό τον πρωτόγονο συναισθηματισμό κρύβονται τα πεζά σχέδια τον οικονομικά ισχυρών.

Η ομηρική λέξη κράτος, λοιπόν, σημαίνει στην κυριολεξία ισχύς, δύναμη, εξουσία, βία, κυριαρχία. (Η λέξη παράγεται απ» το ρήμα κρατώ που σημαίνει είμαι ισχυρός, είμαι δυνατός, είναι κυρίαρχος.) Αν το έθνος είναι έννοια συναισθηματική, που έγινε τέτοια από εκπεσμό του αρχικού φυλετικού και στη συνέχεια του πολιτιστικού της περιεχομένου, το κράτος είναι έννοια λογική μέχρι παραλογισμού. Τίποτε δεν είναι πιο υπαρκτό, πιο βασανιστικό και πιο καταπιεστικό απ” το σύγχρονο κράτος, σ” όλες του τις μορφές. Σε τελική ανάλυση, κράτος είναι οι νόμοι του κράτους, οι χωροφύλακες του κράτους, οι δεσμοφύλακες του κράτους. Και οι… παπάδες του κράτους, στην περίπτωση που οι παπάδες πλην της πνευματικής θέλουν να ασκούν και κοσμική εξουσία, καλή ώρα σαν τους δικούς μας δεσποτάδες, που ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται απ” τό πνεύμα και ολοένα και περισσότερο πλησιάζουν το… οινόπνευμα. (Το καλό κρασί θέλει και καλό φαΐ, λέει ο λαός.)

Παρόλο που το κράτος στηρίζεται συναισθηματικά στο έθνος, στις περιπτώσεις εκείνες που, όπως εδώ, δεν μπορεί να στηριχτεί σ“ αυτό ούτε φυλετικά ούτε πολιτιστικά, αδιαφορεί πλήρως για το έθνος. Και μη μου πείτε πως οι υδροκέφαλοι «κρατικοί λειτουργοί» εδώ στην Ελλάδα των Ελλήνων κομπιναδόρων πιστεύουν έστω και μια λέξη απ” αυτά, που λένε στους εκφωνούμενους κατά τις εθνικές επετείους λόγους. Πρόκειται, απλώς, για λόγια παχιά που απευθύνονται σε εγκέφαλους αδύνατους. Και καμιά φορά, πρόκειται για λόγια παχιά που κυοφορούνται σε εγκέφαλους αδύνατους και απευθύνονται σε εγκέφαλους το ίδιο αδύνατους. (Είναι η περίπτωση των «εθνικών» άλογων λόγων του Γ. Παπαδόπουλου και των περί αυτόν κρετίνων.)

ΚΑΠΟΥ, λοιπόν, τα πράγματα έχουν μπλέξει επικίνδυνα. Τόσο που εδώ στην Ελλάδα να μην ξέρουμε πια που σταματάει το κράτος και που αρχίζει το έθνος – και αντίστροφα. “Έτσι, τα κρατικά τα βαφτίζουμε εθνικά, ενώ τα εθνικά δεν είναι παρά κρατικά. Κουλουβά­χατα, κατά το δη λεγόμενο.

Μ” άλλα λόγια, ακόμα δεν καταλάβαμε πως Έλληνας, έτσι πεζά, είναι ο καθένας που έχει την ελληνική υπηκοότητα, που υπακούει, δηλαδή, στους νόμους του ελληνικού κράτους, άσχετα απ” τη φυλετική του προέλευση. Εντούτοις θέλουμε τους Έλληνες να υπακού­ουν και στους «νόμους του αίματος», ως γνήσιοι Αφρικανοί. Και παρά ταύτα δε μας πετούν με τις κλωτσιές απ” την ΕΟΚ, κι απ” όπου αλλού υπάρχουν πολιτισμένοι άνθρωποι.

Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο επίμοχθο και σχολαστικά τεκμηριωμένο έργο του «Επί της δομής του Νεο­ελληνικού Κράτους» (έκδοση του συγγραφέα) λέει:
«Η συνεπής επιδίωξη της θρησκευτικής κλειστότητας στην τουρκοκρατία, ενώ διατήρησε την εθνική συνείδηση μεγάλων τμημάτων του ανά την Μικρά Ασία ελληνι­σμού, επί των Βαλκανίων επέφερε ένα αξεδιάλυτο συ­νειδησιακό μείγμα μεταξύ Ελλήνων, Σλάβων, Βλάχων, Αλβανών», κλπ. Και συνεχίζει: «Η κατάσταση του νεο­ελληνικού εθνισμού των πρώτων επαναστατικών χρό­νων ήταν η συνειδησιακή πολλαπλότητα διαφόρων τμημάτων του ελληνισμού και συνεπώς η μη ύπαρξη συγκεκριμένης ιδεολογίας». Και διερωτάται ευλόγως: «Ποια εξωτερική πολιτική μπορεί να έχει μια χώρα μειονοτήτων;». Και διευκρινίζει αλλού: «Οι πολιτικοί δε δημιουργούν Ιστορία. Απλώς την υπηρετούν».

Εδώ όμως, ούτε ο λαός δημιουργεί ενσυνείδητα Ιστο­ρία. Διότι υπηρετεί τους πολιτικούς και όχι τον εαυτό του. Και η νεοελληνική Ιστορία δεν υπακούει σε καμιά πρόθεση. Απλώς, αναφύεται τυχαία και αναγκαία, όπως το χορταράκι στους αγρούς. Η νεοελληνική Ιστο­ρία είναι… αγροτική ιστορία στην πιο απόλυτη κυριολεξία.


*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος (19.4.87)